Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου*

 

Δανειολήπτες ελβετικού φράγκου άσκησαν κατά της τράπεζας Πειραιώς, τακτική αγωγή το 2015 αιτούμενοι τον επαναϋπολογισμό του δανείου με την αρχική ισοτιμία.

Η αγωγή αυτή συζητήθηκε κανονικά και εκδόθηκε απόφαση μη οριστική σύμφωνα με την οποία, δεν κρίθηκε το νομικό ζήτημα των δανείων αυτών σε αναμονή της τελεσίδικης

απόφασης επί της συλλογικής αγωγής κατά της τράπεζας EUROBANK, που τότε ήταν ακόμα στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας.

Οι δανειολήπτες κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, είχαν υπογράψει προσωρινή σύμβαση ρύθμισης του δανείου με καταβολή μειωμένης δόσης.

Μετά το τέλος της ρύθμισης και ενώ είχε εκδοθεί η μη οριστική απόφαση του δικαστηρίου, επισκέφτηκαν την τράπεζα για την υπογραφή νέας ρύθμισης όμως η τράπεζα δεν

δέχθηκε. Εν συνεχεία και ενώ εκείνοι χωρίς πλέον ρύθμιση, συνέχισαν να καταβάλουν το ποσό της μειωμένης δόσης προς ένδειξη καλοπιστίας, η τράπεζα προχώρησε σε καταγγελία

του δανείου.

Αμέσως μετά την καταγγελία, οι δανειολήπτες προσπάθησαν να προσεγγίσουν την τράπεζα προς εξεύρεση λύσης και συνέχισης αποπληρωμής του δανείου. Αρχικά οι υπάλληλοι της

τράπεζας αρνήθηκαν. Εν συνεχεία και μετά από λίγους μήνες, κάλεσαν τους δανειολήπτες, λέγοντας του ότι υπάρχει περίπτωση το δάνειο τους να μπει σε μια ομάδα δανείων που θα

έχουν γενναίο κούρεμα και τους ζητησαν την καταβολή του ποσού των 75 ευρώ για να γίνει η εξέταση του ειδικού αιτήματος. Τα χρήματα αυτά τράβηξε η τράπεζα από τον

λογαριασμό του καταγγελμένου δανείου, στο οποίο οι δανειολήπτες για κάποιους μήνες συνέχισαν να καταβάλουν την μειωμένη δόση.

Μετά και την είσπραξη του ποσού των 75 ευρώ, οι υπάλληλοι της τράπεζας δεν έδιναν καμία απάντηση στους δανειολήτες για την τύχη του αιτήματός τους. Το σύνηθες ήταν να

ζητούν κάθε φορά και επιπλέον έγγραφα πολλές φορές μάλιστα έγγραφα τα οποία ήδη είχαν προσκομιστεί προηγούμενες φορές.

Έτσι από τον Φεβρουάριο του 2018 ώς και τον Αυγουστο του 2018 οι δανειολήπτες δεν είχαν λάβει καμία απάντηση στο αίτημα ρύθμισης του δανείου τους.

Στις 25 Αυγούστου 2018 η τράπεζα στέλνει μια πρόταση ρύθμισης προς τους δανειολήπτες ζητώντας ουσιαστικά το υπάρχον δάνειο να γίνει άλλο δάνειο και να προσημειώθει νέο

ακίνητο. Στο ποσό του νέου δανείου δεν είχαν υπολογιστεί τα ποσά που είχαν καταβάλει οι δανειολήπτες επιπλέον λόγω της ισοτιμιας ενώ το ποσό που τάχα κουρεύτηκε, ουσιαστικά

η τράπεζα θα το λάμβανε με το νέο επιτόκιο που χρέωνε στην σύμβαση.

Τρεις μέρες μετά την πρόταση ρύθμισης, αποστέλλεται προς τους δανειολήπτες και Δγη πληρωμής για το εν λόγω δάνειο ελβετικού φράγκου.

Δηλαδή οι δανειολήπτες ή θα δέχονταν την μη συμφέρουσα και βιώσιμη ρύθμιση με ό,τι αυτή συνεπάγοταν ή έπρεπε να ασκήσουν ανακοπή κατά της δγης πληρωμής.

Επέλεξαν την δεύτερη λύση και κατατέθηκε ανακοπή καθώς η δγη πληρωμής εκδόθηκε ενώ υπήρχε προηγούμενη κατατεθειμένη χρονικά αγωγή, με το ίδιο νομικό αίτημα, η οποία

δεν είχε κριθεί.

Η πράξη αυτή αποτελεί το νομικό όρο της εκκρεμοδικίας. Κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας δεν μπορεί να ασκηθεί άλλο δικόγραφο με το ίδιο ή παρεμφερές με το πρώτο,

περιεχόμενο και αίτημα.

Επομένως το Δικαστήριο που δίκασε την ανακοπή των οφειλέτων κατά της τράπεζας και της Διαταγής Πληρωμής, έκανε δεκτή την ανακοπή κατά της δγης πληρωμής, λόγω της

εκκρεμοδικίας και σταμάτησε την σε βάρος τους εκτέλεση.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί η τράπεζα προχώρησε σε δγη πληρωμής ενώ γνώριζε την εκκρεμοδικία και τον κίνδυνο να χάσει το διεκδικούμενο δικαιώμα της.

Η απάντηση είναι σχετικά απλή. Οι οφειλέτες έχουν ασκήσει μια αγωγή, η απόφαση της οποίας αν έχει θετική έκβαση για αυτούς τότε, το οφειλόμενο από το δάνειο σε ελβετικό

φράγκο ποσό, θα είναι πολύ μικρότερο από το διεκδικούμενο από την τράπεζα έτσι όπως το υπολογίζει με την τρέχουσα ισοτιμία.

Για ένα περιπου χρόνο καθυστερούσε τους δανειολήπτες ώστε να αυξησει το οφειλόμενο ποσό το οποίο με την Δγη πληρωμής οριστικοποιείται και κεφαλαιοποιείται σε περίπτωση μη

άσκησης της ανακοπής.

Αν οι δανειολήπτες εφησυχάζονταν στο γεγονός της αγωγής τους και της έκβασης αυτής ακόμα κι αν το αποτέλεσμα ήταν θετικό για αυτούς και δικαιώνονταν με την απόφαση του

δικαστηρίου , θα συνέβαινε το εξής παράδοξο. Από την μια, θα είχαν μια απόφαση που θα έλεγε ότι οφειλούν στην τράπεζα π.χ. 100.000 ευρώ ακόμα αντί για 180.000 που ζητάει η

τράπεζα. Από την άλλη η τράπεζα θα είχε μια οφειλή εις βάρος τους απαιτητή και με πλειστηριασμό ακόμα, που θα είναι παραπάνω από 180.000 ευρώ διότι θα είχαν προστεθεί τόκοι,

έξοδα κ.τ.λ. και η οποία δεν θα μπορεί να προσβληθεί από κάνεναν πλέον διότι θα έχει παρέλθει άπρακτη η κρίσιμη προσθεσμία άσκησης ανακοπής.

Με τον τρόπο αυτό ουσιαστικά ακυρώνεται, παραγκωνίζεται και εξουδετερώνεται η απόφαση του δικαστηρίου των δανειοληπτών και η τράπεζα είναι η κερδισμένη της υπόθεσης,

καθώς με μια δικονομικά παράνομη ενέργεια, κατοχυρώνει την απαίτησή της.

Οι δανειολήπτες με την απόφαση επί της ανακοπής τους έχουν πολλές πιθανότητες να ανακόψουν πλήρως την σε βάρος του απαίτηση από την τράπεζα, διότι αν εκδοθεί απόφαση

υπέρ τους επι του τακτικού δικαστηρίου, τότε και η δγη πληρωμής δεν θα έχει ισχύ.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 

 

 

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

 

Μετά τον θάνατο κάποιου η περιουσία του που αποτελείται από το ενεργητικό και το παθητικό, δηλαδή τα περιουσιακά στοιχεία και τα χρέη του αντίστοιχα, επάγεται στους κληρονόμους του. Οι κληρονόμοι έχουν το δικαίωμα να την αποδεχθούν ή να την αποποιηθούν.

 

Ο νόμος ορίζει γενικά ότι ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που αρχίζει από τότε πουέμαθε την επαγωγή και το λόγο της, και είναι άκυρη, αν γίνει μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, ενώ, αν περάσει η προθεσμία, η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή σιωπηρά. Συνεπώς το δικαίωμα αποποίησης της κληρονομίας υπόκειται σε τετράμηνη προθεσμία, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας η άσκηση του δικαιώματος αποποίησης είναι άκυρη, η ακυρότητα, δε, επέρχεται αυτοδικαίως και θεωρείται ότι ο μη αποποιηθείς είναι και ο κληρονόμος της κληρονομιάς.

 

Όμως μπορεί να γίνει δεκτό, -μέσω πάντα της δικαστικής οδού-, ότι η αποδοχή της κληρονομιάς οφείλεται σε πλάνη. Πλάνη δε, μπορεί να θεωρηθεί ακόμα και η παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση. Έτσι η αποδοχή της κληρονομίας μπορεί να προσβληθεί με αγωγή στο δικαστήριο, από τον κληρονόμο που δεν αποποιήθηκε, λόγω πλάνης, όταν η αποδοχή, που συνάγεται ότι έγινε αφού δεν έχει προηγηθεί αποποίηση, δεν συμφωνεί με τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, δηλαδή αν π.χ. πληροφορηθεί το μέγεθος των χρεών, ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης. Η εσφαλμένη, δε, γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί τη μεταξύ της βούλησης και δήλωσης διάσταση και η οποία, όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομιάς.

 

Υπάρχει, δε, πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν η άγνοια του κληρονόμου ανάγεται α) στο σύστημα της κατά τον Αστικό Κώδικα κτήσης της κληρονομίας, που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και β) στην ύπαρξη της προβλεπόμενης προθεσμίας προς αποποίηση ή της νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης.

 

Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας και η αντίστοιχη ένσταση στρέφεται, κατά του αμέσως έλκοντος έννομο κληρονομικό συμφέρον από την έκπτωση αυτού που ακυρωσίμως αποδέχθηκε και που, στη συνέχεια, θα αποποιηθεί, δηλαδή κατ’ εκείνου, στον οποίο θα επαχθεί η κληρονομία μετά την αποδοχή της αγωγής και την αποποίηση του ενάγοντος στην περί ακυρώσεως δίκη, καθώς επίσης και κατά του δανειστή της κληρονομίας. Τέλος, μετά την τελεσιδικία της απόφασης που ακυρώνει την αποδοχή, ο κληρονόμος πρέπει να προβεί εμπρόθεσμα και νομότυπα σε αποποίηση της κληρονομίας.

Με βάση τα ανωτέρω μπορεί κάποιος να αποποιηθεί την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά εκπρόθεσμα μεν αλλά σε εύλογο χρόνο από τότε που ενημερώθηκε ότι απέκτησε την ιδιότητα του κληρονόμου.

Αυτό μπορεί να γίνει όταν π.χ. ειδοποιείται κάποιος ότι είναι πλέον οφειλέτης χρεών του κληρονομούμενου, ενώ μέχρι τότε είχε άγνοια του θανάτου του κληρονομούμενου, των οφειλών του και της αποποίησης των προηγούμενων σε σειρά κληρονόμων του.

Συνήθως αυτό συμβαίνει είτε λαμβάνοντας ειδοποίηση χρεών από το Δημόσιο είτε διαταγή πληρωμής από κάποια τράπεζα.

Η αγώγη όμως προκειμένου να αναγνωρισθεί ως εμπρόθεσμη και επομένης έγκυρη η αποποίηση πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας έξι μηνών από την γνώση στον ενάγοντα-κληρονόμο ότι έγινε κληρονόμος και πρέπει να αποποιηθεί.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Φαίνεται να εκλείπει σιγά σιγά η παγιωμένη αντίληψη ότι η μητέρα ασκεί αποκλειστικά και μόνο την επιμέλεια των τέκνων, με τον πατέρα να γίνεται θεατής στην ανατροφή των παιδιών του και γονιός του κάθε δεύτερου σ/κ.
Τα ελληνικά δικαστήρια δειλά αλλά σταθερά πλέον ξεκίνησαν να αναγνωρίζουν το δικαίωμα του πατέρα να έχει ενεργό ρόλο στην ζωή και ανατροφή των τέκνων του κάτι που μέχρι τώρα δεν γινόταν όταν το ζευγάρι ήταν σε διάσταση.
Ο πατέρας των παιδιών έμπαινε στο περιθώριο, θεατής της ζωής των τέκνων και όσο κι αν ήθελε ή πληρούσε τις προϋποθέσεις για την επιμέλειά τους, ήταν σχεδόν ανήκουστο να την αποκτήσει.
Ο πατέρας είχε πιθανότητες να διεκδικήσει την επιμέλεια μόνο αν η μητέρα αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας ή ψυχολογικό πρόβλημα που καθιστούσε επικίνδυνη ή προβληματική την παραμονή των παιδιών μαζί της. Εν συνεχεία άρχισε να εξετάζεται και το θέμα της οικονομικής δυνατότητας της ανατροφής των τέκνων από την μητέρα και η ανάθεση της επιμέλειας τους στον πατέρα υπό το πρίσμα του σταθερότερου περιβάλλοντος και της εξασφάλισης των απαραίτητων για την ομαλή διαβίωση και ανάπτυξή τους
Πλέον τα ελληνικά δικαστήρια έχουν αρχίσει να δίνουν περισσότερα δικαιώματα στον πατέρα όσον αφορά την επιμέλεια των τέκνου του, υιοθετώντας το πρότυπο της εκ περιτροπής επιμέλειας και της εναλλασσόμενης κατοικίας, ώστε να κατοχυρώνεται μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στους γονείς, στη φροντίδα και ανατροφή των τέκνων, προσφέροντας στο ανήλικο τη δυνατότητα να διαβιεί στην καθημερινή του ζωή τόσο με τον πατέρα όσο και τη μητέρα. Ενθαρρύνεται δηλαδή η ισόρροπη επαφή του παιδιού και με τους δυο γονείς. Και τούτο διότι τα δικαστήρια δέχονται το πόσο η κοινωνία έχει αλλάξει, και ότι η σχέση των πατέρων με τα τέκνα τους δεν είναι η ίδια με αυτή που επικρατούσε παλαιότερα, καθώς έχει παρατηρηθεί ότι δυο σαββατοκύριακα εναλλάξ το μήνα, δεν επιτρέπουν στον γονέα που δεν διαμένει με το τέκνο να ασκήσει μια πραγματική επιρροή στην ανατροφή του. Επισημαίνεται ότι από τις νεότερες ιατρικές και ψυχολογικές έρευνες δεν προκύπτει κανένα αρνητικό αποτέλεσμα από την κοινή ανατροφή, που μοιράζεται ισομερώς μεταξύ δυο σπιτιών. Αντίθετα, η ύπαρξη της διπλής κατοικίας θεωρείται ευεργετική και απαραίτητη για την προστασία της ισόρροπης ανάπτυξης του παιδιού. Τα παιδιά που ζουν εναλλάξ και με τους δυο γονείς με ίση κατανομή του χρόνου, ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή τους από εκείνα που υπάγονται σε άλλη ρύθμιση για χωρισμένες οικογένειες.
Την αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας (shared residence) και μετά τη διάσταση, εισηγείται και το Συμβούλιο της Ευρώπης με το υπ’ αρ. 2079/2-10-2015 ψήφισμα του, με το οποίο προσκαλεί τα κράτη μέλη να την εισαγάγουν στη νομοθεσία τους, αποκλείοντας την εφαρμογή της σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, κακοποίησης του παιδιού και αδιαφορίας, που δημιουργούν κινδύνους για τη σωματική και ψυχική υγεία του τέκνου. Αυτό το ψήφισμα, στηρίχθηκε σε μετα - ανάλυση πολυάριθμων διεθνών μελετών, που κατέδειξαν τα οφέλη από την εναλλασσόμενη κατοικία και τις αρνητικές επιπτώσεις που προέρχονται από την αποκλειστική επιμέλεια, στην οποία ο χρόνος συναναστροφής του παιδιού με το λιγότερο ευνοημένο γονέα είναι κάτω του 33%.
Περαιτέρω γίνεται δεκτό ότι ο χωρισμός δεν είναι καθαυτός δείκτης της έλλειψης γονικής ικανότητας, και η υπαιτιότητα του ενός ή του άλλου γονέα για το διαζύγιο ή την διακοπή της συμβίωσης δεν ασκεί επιρροή στην άσκηση της γονικής μέριμνας, πόσο μάλλον στο δικαίωμα της συχνής και αδιάβλητης επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο. Η καταλληλότητα του ενός γονέα να αναλάβει την άσκηση της επιμέλειας δεν αποτελεί ταυτόχρονα και ένδειξη ακαταλληλότητας του άλλου. Αμφότεροι κατά τεκμήριο είναι ικανοί στο γονεϊκό ρόλο και το ανήλικο έχει το δικαίωμα να διατηρεί μια ισορροπημένη σχέση και με τους δυο γονείς. Ιδανική λύση είναι η διατήρηση της συμμετοχής και η ενεργητική παρουσία και των δυο γονέων στην ανατροφή του παιδιού, γιατί το τελευταίο δεν χρειάζεται μόνο τον καλύτερο από αυτούς. Εξάλλου σημαντικό κριτήριο για την εξειδίκευση του συμφέροντος του ανηλίκου αποτελεί η προσωπική του γνώμη, η αναζήτηση της οποίας εξαρτάται από την ωριμότητα αυτού, η οποία προϋποθέτει κάποια ηλικία και πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα χωρίς όμως να είναι δεσμευτική. Ως ωριμότητα του τέκνου είναι η ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του ενώ η ηλικία από μόνη της δεν είναι ενδεικτική της ωριμότητας.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι από την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, η μητέρα διέμενε με τα ανήλικα και τα φρόντιζε με στοργή και αφοσίωση, δημιουργώντας περιβάλλον ικανό να συμβάλλει στην ομαλή ψυχοσωματική τους ανάπτυξη. Η μητέρα αντιμετώπιζε πρόβλημα με την υγεία της, (σκλήρυνση κατά πλάκας) αλλά το διαχειριζόταν με αγωγή φαρμακευτική ώστε να μην είναι εμπόδιο στην άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων. Από την άλλη ο πατέρας, περνούσε πολύ από τον χρόνο του με τα ανήλικα τέκνα του, με τα οποία είχε αναπτύξει έναν υγιή ψυχικό και συναισθηματικό δεσμό, αφού τα ανήλικα περνούσαν μισό μήνα περίπου μαζί του. Εξάλλου, οι κατοικίες των γονέων ήταν κοντά. Σε κάθε σπίτι, τα ανήλικα είχαν το δικό τους δωμάτιο, ενώ στην ηλικία που βρίσκονται, πρέπει να συναναστρέφονται εξίσου και με τους δύο γονείς τους και να περνάν ισότιμο χρόνο και με τους δύο τόσο στη διάρκεια της ημέρας, όσο και στη διάρκεια του μήνα. Έτσι, το συμφέρον των ανήλικων επιβάλλει, στην κρίσιμη ηλικία που βρίσκονται, να συμβιώνουν τόσο με τη μητέρα τους όσο και με τον πατέρα τους και ακολούθως, αφού έτσι προκαλείται η μικρότερη δυνατή διατάραξη του τρόπου ζωής τους, πρέπει ν' ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας αυτών από κοινού στη μητέρα και στον πατέρα τους, δηλαδή να γίνει κατανομή αυτής ανάμεσα στους δύο γονείς, ενώ και η γονική μέριμνα ανήκει από κοινού στους δυο τους, οι οποίοι οφείλουν να φροντίζουν για την ομαλή ανάπτυξη και το καλό αυτών αποφεύγοντας έριδες και διαπληκτισμούς μεταξύ τους.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ
Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή
Τηλ. 6945-028153, 213-0338950
e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.
www.legalaction.gr, fb: Αναστασία Μήλιου

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

 

Ο νόμος Κατσέλη σχετικά με τα υπερχρεωμένα λόγω δανείων νοικοκυριά, δημιουργήθηκε το 2010 προκειμένου να βοηθήσει τους δανειολήπτες εκείνους οι οποίοι λόγω της οικονομικής κρίσης αδυνατούσαν να εξυπηρετήσουν τις οφειλές τους προς τις τράπεζες, έτσι ώστε να προστατέψουν τις περιουσίες του.

Από μια άποψη πρόκειται για αίτηση πτώχευσης του φυσικού προσώπου που δηλώνει αδυναμία πληρωμής των οφειλών του. Από την άλλη, την πιο πρακτική, πρόκειται για μια λύση και μια διευθέτηση των οφειλών με μια δόση, πιο κοντά στις δυνατότητες πληρώμης του οφειλέτη.

Με την πάροδο των ετών, καθ’ότι κάποιοι επιτήδειοι εκμετάλλεύθηκαν τις ευνοϊκές διατάξεις του νόμου αυτού, προκειμένου να αναστείλουν τα μέτρα εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας τους αν και δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο νόμο, τα κριτήρια άλλαξαν και έγιναν πιο αυστηρα.

Οι διατάξεις του νόμου απαιτούσαν περισσότερα κριτήρια, ενώ οι δικαστές που εκδίκαζαν τις υποθέσεις, εξετάζαν με μεγαλύτερη προσοχή τους λόγους δανειοδότησης αλλά και της μεταγενέστερης αδυναμίας αποπληρωμής των δανείων, με αποτέλεσμα πολλές αιτήσεις να απορρίπτονται λόγω δόλου του δανειολήπτη και μη πρόθεσης εν τέλει αποπληρωμής των δανείων του.

Η τελευταία αλλαγή του νόμου έγινε το 2016 όπου όριζε με πολύ απλά λόγια ότι η προστασία της πρώτης κατοικίας θα ισχύει μέχρι το τέλος του 2018. Ήδη μετά από πίεση των θεσμών και των τραπεζών, δεν έχει οριστικοποιηθεί το θέμα αν θα εξακολουθήσει να υφίσταται η προστασία της πρώτης κατοικίας και αν ναι με τι κριτήρια.

Ακόμα δεν έχει ξεκαθαρισθεί αν θα εξακολουθήσει να ισχύει ο νόμος 3869/2010 και υπό ποιες προϋποθέσεις. Το μόνο που γνωρίζουμε αυτή την στιγμή είναι ότι στις 28/12/2018 δόθηκε μια δίμηση παράταση του νόμου, έτσι όπως ισχύει σήμερα με την προστασία της πρώτης κατοικίας.

Αν αυτό αλλάξει στην συνέχεια, ουσιαστικά ο νόμος χάνει και το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του και δίνει στις τράπεζες το δικαίωμα να κάνουν ακόμα χειρότερες ρυθμίσεις και κουρέματα, αλλά και να γίνουν πιο επιθέτικες με την έκδοση ακόμα περισσότερων διαταγών πληρωμής.

Σαφώς και ο νόμος αυτός δεν είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να ζητήσει ένας δανειολήπτης. Και πράγματι οι τράπεζες αν και κάνουν πολλές παρανομίες και καταχρήσεις, δεν αντιμετωπίζουν τις κυρώσεις που θα έπρεπε. Όμως το να εμπλακεί κάποιος σε δικαστικό αγώνα εναντία στην τράπεζα, θέλει χρόνο, χρήμα και το αποτέλεσμα δεν είναι εξασφαλισμένο.

Πολλοί είναι αυτοί που ρωτούν τι πρέπει να κάνουν όταν έχουν οφειλές και ποιος είναι ο σωστότερος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος.

Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη απάντηση σε αυτό. Εξαρτάται από την οικονομική και περιουσιακή τους κατάσταση, τις οφειλές και τον λόγο του δανεισμού. Πολύ σημαντική είναι η σωστή ενημέρωση του δανειολήπτη για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Μετά θα είναι σε θέση να αποφασίσει τι τον συμφέρει να κάνει και πώς να κινηθεί.

Εφόσον υπάρχουν ακίνητα ή άλλου είδους περιουσία που η τράπεζα μπορεί να διεκδικήσει, τότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα προβεί σε κάποια συμφέρουσα ρύθμιση για τον δανειολήπτη. Αντιθέτως ίσως προβεί και στην έκδοση διαταγής πληρωμής για να πιέσει περισσότερο αλλά και να καταχυρώσει το ύψος της οφειλής με έναν ακόμα τρόπο. Αν επομένως έχουμε περιουσιακά στοιχεία στο όνομά μας και οφειλές σε τράπεζες, τότε είναι μια καλή κίνηση να κάνουμε αίτηση για υπαγωγή στο ν. 3869/2010. Δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο με την απόφασή του θα μας απαλλάξει από την οφειλή μας. Όποιος έχει αυτή την αντίληψη να την ξεχάσει. Αυτό συνέβαινε μόνο τα πρώτα χρόνια. Τώρα ο δανειολήπτης θα πληρώσει. Θα πληρώσει όμως σε λογικά πλαίσια και έχει την δυνατότητα να το παλέψει. Επιπλέον οι τράπεζες αντιμετωπίζουν καλύτερα κάποιον που έχει κάνει αίτηση, κάνοντας του πιο συμφέρουσες προτάσεις ρύθμισης από ότι σε κάποιον που δεν έχει αιτηθεί να υπαχθεί στο νόμο. Επίσης με την κοινοποίηση της αίτησης απαγορεύεται ο τοκισμός των καταναλωτικών δανείων και των πιστωτικών καρτών. Απαγορεύεται επίσης η όχληση από εισπρακτικές εταιρείες.

Αν η τράπεζα προβεί σε έκδοση διαταγής πληρωμής και επιταγή προς πληρωμή ενώ υπάρχει σε εκκρεμότητα αίτηση του ν. 3869/2010, η δγη πληρωμής μπορεί ακόμα και να ακυρωθεί ως ασκηθείσα καταχρηστικώς με βάση πάγια νομολογία των δικαστηριών. Για να γίνει αυτό όμως θα πρέπει πάντα να ασκηθεί ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής εντός 15 εργάσιμων ημερών από την επομένη της κοινοποίησης της διαταγής πληρώμης προς τον οφειλέτη.

Βέβαια, για να είναι πλήρως προστατευμένος ο οφειλέτης πάντα σε περίπτωση διαταγής πληρωμής εις βάρος του, πρέπει να αξιοποιεί το δικαίωμα της άσκησης ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής. Και τούτο διότι έτσι δεν χάνει την ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ευκαιρία που έχει να προσβάλει και να αμφισβητήσει το υψος της οφειλής του.

Τα δικαστήρια έχουν κρίνει πολλές φορές ότι οι τράπεζες χρεώνουν με παράνομα επιτόκια και άλλα έξοδα τα δάνεια με αποτέλεσμα το ποσό της οφειλής να μην είναι το πράγματι οφειλόμενο. Αυτό οδηγεί σε ακύρωση της δγης πληρωμής και επομένως σε ματαίωση όλων των υπόλοιπων ενεργειών της τράπεζας για πλειστηριασμό και εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων των οφειλετών.

Ο νόμος δίνει μία μόνο ευκαιρία στον οφειλέτη να αμφισβητήσει και να ακυρώσει το ποσό μια οφειλής και αυτό είναι με την ανακοπή κατά της δγης πληρωμής. Αν δεν ασκηθεί η ανακοπή μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των 15 εργάσιμων ημερών, τότε η οφειλή ανεξάρτητως του αν είναι νόμιμη ή παράνομη, γίνεται απρόσβλητη και ισχύει για 20 ολόκληρα έτη.

Συνοψίζοντας, για ένα ακόμα μήνα περίπου ο νόμος παρέχει την δυνατότητα υπαγωγής στο ν. Κατσέλη με προστασία της πρώτης κατοικίας. Μετά δεν γνωρίζουμε αν ο νόμος θα εξακολουθήσει να ισχύει και με τι κριτήρια ή αν θα πάψει τελείως.

Οι οφειλέτες χάνουν έτσι το δικαίωμα προστασίας της κατοικίας τους και στην χειρότερη των περιπτώσεων την δυνατότητα μιας ευνοϊκότερης ρύθμισης των δανείων τους, ακόμα κι αν έχουν εκδοθεί διαταγές πληρωμής εις βάρος τους

Μετά η μόνο τους προστασία και άμυνα θα είναι η άσκηση ανακοπής κατά κάθε εκδοθείσης δγης πληρωμής. Κάθε δάνειο που είναι σε καθυστέρηση θα δίνει στην τράπεζα την δυνατότητα έκδοσης δγης πληρωμής. Επομένως όσα τα οφειλόμενα δάνεια, τόσες μπορεί να είναι οι διαταγές πληρωμής και θα επιβάλλεται πλέον να είναι και οι ανακοπές. Αυτό είναι οικονομικά ασύμφορο και πρακτικά αδύνατον για έναν οφειλέτη. Συνεπώς η τράπεζα θα παίζει χωρίς ουσιαστικά αντιπάλο.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

 

Άρχισαν να εκδίδονται οι πρώτες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί εκπρόθεσμών ανακοπών κατά των ασφαλιστικών εταιρειών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ και COMMERCIALVALUE.

Οι δύο υπό εκκαθάριση εταιρείες είχαν αναρτήσει στην ιστοσελίδα τους και σε τρείς εφημερίδες όχι όμως ευρείας κυκλοφορίας την προθεσμία άσκησης ανακοπής που προέβλεπε ο νόμος και η οποία έληγε στις 18-1-2016 με αποτέλεσμα πολλοί δικαιούχοι αποζημίωσης από ασφαλιστήρια συμβόλαια να μην πληροφορηθούν έγκαιρα ότι όφειλαν να κινηθούν δικαστικά κατά των δύο εταιρειών.

Σε περίπτωση που κάποιος χάσει την τασσόμενη από το νόμο προθεσμία για να ασκήσει δικαστικά τα δικαιώματά του, μπορεί να κινηθεί εκπρόθεσμα μεν δηλαδή να ασκήσει την αγωγή ή την ανακοπή του όπως στην προκειμένη περίπτωση μεταγενέστερα, θα πρέπει όμως να επικαλεστεί και να αποδείξει λόγους ανωτέρας βίας, που τον εμπόδισαν να ενεργήσει μέσα στους νόμιμους χρόνους.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να είναι σοβαροί και να αποδεικνύονται τόσο με έγγραφα όσο και με μάρτυρες ότι συνέτρεχαν την συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Από το χρόνο άρσης των λόγων ανωτέρας βίας ο διάδικος έχει προθεσμία ενός μηνός για να ασκήσει την εκπρόθεσμη αγωγή ή ανακοπή του.

Δηλαδή δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι οι λόγοι ανωτέρας βίας διήρκεσαν μέχρι τον Ιούνιο του 2016 και να ασκήσει τώρα την ανακοπή του. Θα πρέπει οι λόγοι ανωτέρας βίας να καλύπτουν μια χρονική περίοδο από τις αρχές του 2016 μέχρι και τουλάχιστον τον Μάιο του 2018.

Έτσι λόγους ανωτέρας βίας μπορούν να επικαλεστούν όσοι έχουν σοβαρά προβλήματα υγείας από τότε μέχρι και σήμερα, άνθρωποι οι οποίοι είναι μεγάλης ηλικίας και ίσως να μένουν πολύ καιρό απομονωμένοι σε χωριά στην επαρχία, χωρίς επαφή με διαδίκτυο οπότε δικαιολογείται το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει, άτομα που ζουν για πολλά χρόνια στο εξωτςερικό και δεν έχουν επαφή τακτική με τα ελληνικά δρώμενα, άτομα με χρόνια κατάθλιψη που έχουν την τάση να αναβάλουν και να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις του κ.τ.λ.

Στην συγκεκριμένη απόφαση που εκδόθηκε και έκανε δεκτή την εκπρόθεσμη ανακοπή, ο ανακόπτων δεν μπόρεσε να τηρήσει την προθεσμία άσκησης της ανακοπής εξαιτίας ανωτέρας βίας, ήτοι αναπηρίας του σε ποσοστό 67% από τροχαίο ατύχημα (βλ. τις από 23-6-2015 και 30-5-2017 γνωστοποιήσεις αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του υποκαταστήματος Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ./ΚΕ.Π.Α. Αγ. Νικολάου), που τον εμπόδιζε να επιμεληθεί των υποθέσεων του, τόσο στην διάρκεια της παραπάνω προθεσμίας από 4-12-2015 έως 18-1-2016, όσο και μεταγενέστερα μέχρι την 1-7-2017, οπότε το πρώτον έλαβε γνώση για τη νομική δυνατότητα του να διεκδικήσει δικαστικώς την αξία εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (βλ. την υπ. αρ. 144/23-10-2017 ένορκη βεβαίωση της συζύγου του ανακύπτοντος, ..., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Νεάπολης Λασιθίου Κρήτης, Στέλλας Καλλιγιαννάκη). Επομένως από την παραπάνω ημερομηνία γνώσης (1-7-2017) μέχρι την επίδοση της ανακοπής στην καθ' ης (7-7-2017) δεν παρήλθαν, ούτε η 30ήμερη προθεσμία επαναφοράς του άρθρου 153 Κ.Πολ.Δ., ούτε η (κατ'ουσίαν αφετηριάζουσα από την πάροδο του γεγονότος ανωτέρας βίας) 45ήμερη προθεσμία ανακοπής του άρθρου 10 παρ. 3 Ν.Δ. 400/1970.

Με την παραδοχή αυτή, η δικαστική απόφαση δέχεται το εκπρόθεσμό της ανακοπής, δεν την απορρίπτει επειδή δεν ασκήθηκε μέσα στην νόμιμη προθεσμία και εν συνεχεία την εξετάζει ως προς την ουσία της δηλαδή την αντιμετωπίζει ωσάν να ήταν εμπρόθεσμη.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Στις περιπτώσεις ασφαλιστικής παροχής λόγω αναπηρίας που αφορούν ασφαλισμένους ή συνταξιούχους και οι υγειονομικές επιτροπές δεν έκριναν ορθώς ο ασφαλισμένος/συνταξιούχος έχει δικαίωμα να προσφύγει στα διοικητικά δικαστηρία αιτούμενος να κριθεί το ποσοστό της αναπηρίας του. Στην περίπτωση αυτή τα διοικητικά δικαστήρια έχουν το δικαίωμα να υποχρεώσουν με προδικαστική απόφασή τους τα υγειονομικά όργανα του Ιδρύματος να αποφανθούν επί ορισμένων από τα ιατρικής φύσης θέματα, όπως είναι και το ζήτημα αν ο ανάπηρος βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση που απαιτεί συνεχή επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση άλλου προσώπου.

Αν όμως τα υγειονομικά όργανα παραλείπουν την υποχρέωση αυτή, εμμένοντας σε ελλιπώς αιτιολογημένες γνωματεύσεις, τα ως άνω δικαστήρια έχουν δύο δυνατότητες: είτε να αναπέμψουν για μία ακόμη φορά την υπόθεση στα αρμόδια υγειονομικά όργανα, είτε να κρίνουν τα ίδια επί του αιτήματος του ασφαλισμένου, αφού προηγουμένως εκφέρουν κρίση επί των ως άνω ιατρικής φύσης θεμάτων, χρησιμοποιώντας τα προς τούτο πρόσφορα αποδεικτικά μέσα.

 Στην υπό κρίση περίπτωση, ο ήδη αποβιώσας, ασφαλισμένος του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.,  γεννηθείς το 1932 είχε πραγματοποιήσει στην ασφάλιση του Ιδρύματος 3.714 ημέρες εργασίας. Με αποφάσεις του Ιδρύματος έλαβε: α) επίδομα αναπροσαρμογής λόγω εργατικού ατυχήματος για το χρονικό διάστημα από 6.9.1974 έως 30.9.1976, β) σύνταξη μερική αναπηρίας από εργατικό ατύχημα για το χρονικό διάστημα από 1.10.1976 έως 31.5.1982, γ) σύνταξη μερικής αναπηρίας από κοινή νόσο για το χρονικό διάστημα από 1.6.1982 έως 31.12.1993, δ) σύνταξη βαριάς αναπηρίας από κοινή νόσο για το χρονικό διάστημα από 1.1.1994 έως 31.1.1995 και ε) σύνταξη βαριάς αναπηρίας από κοινή νόσο από 1.2.1995 και εφ' όρου ζωής.

Ακολούθως, υπέβαλε την από 2004 αίτηση προς το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί προσαύξηση στη σύνταξη του λόγω απόλυτης αναπηρίας. Προκειμένου να εξετασθεί αν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις για την προσαύξηση της σύνταξης του, παραπέμφθηκε για εξέταση στην Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Ελευσίνας. Η εν λόγω Επιτροπή, ύστερα από κλινική εξέταση του συνταξιούχου, κατά την οποία διαπίστωσε ότι: «προσέρχεται μόνος του, κινείται ελευθέρα στο χώρο, αναγνωρίζει τα επιδεικνυόμενα αντικείμενα, ενδύεται και εκδύεται ευχερώς, επικοινωνία καλή. Διαπιστώνεται μέτρια βαρηκοΐα», αποφάνθηκε, με την από 2.6.2004 γνωμάτευση της, ότι αυτός παρουσιάζει «ΔΑΟ υψηλή μυωπία - μυωπικές αλλοιώσεις, καταρράκτης μυωπικός, αμβλυωπία. VΔΑΟ 1/20. Παλαιό κάταγμα ΑΡ μηριαίου - βαρηκοΐα άμφω μετρίου προς σοβαρού βαθμού» και καθόρισε το ποσοστό της ανατομοφυσιολογικής του βλάβης σε 80%, για το χρονικό διάστημα από 19.2.2004 έως 28.2.2005, κρίνοντας συγχρόνως ότι δεν χρήζει βοήθειας και συμπαράστασης άλλου προσώπου, για το ίδιο χρονικό διάστημα. Στη συνέχεια, η Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ιδίου Υποκαταστήματος, στην οποία προσέφυγε ο συνταξιούχος ασφαλισμένος, ύστερα από κλινική εξέταση του, κατά την οποία διαπίστωσε, όπως και η Α.Υ.Ε., ότι: «προσέρχεται μόνος του, κινείται ελευθέρα στο χώρο, αναγνωρίζει τα επιδεικνυόμενα αντικείμενα, ενδύεται και εκδύεται ευχερώς, επικοινωνία καλή. Μέτρια βαρηκοΐα», με την από 23.6.2004 γνωμάτευση της, αποφάνθηκε ότι αυτός παρουσιάζει: «ΔΑΟ υψηλή μυωπία - μυωπικές αλλοιώσεις εκ του βυθού άμφω. VΔΑΟ 1/10. Δεν είναι πρακτικά τυφλός. Παλαιό κάταγμα ΑΡ μηριαίου - βαρηκοΐα άμφω μετρίου προς σοβαρού βαθμού» και γνωμάτευσε ότι το ποσοστό της ιατρικής αναπηρίας του ανέρχεται σε 80%, για το χρονικό διάστημα από 19.2.2004 έως 28.2.2005, καθώς και ότι δεν χρήζει βοήθειας και συμπαράστασης άλλου προσώπου, για το ίδιο χρονικό διάστημα. Με βάση την τελευταία αυτή γνωμάτευση ο Διευθυντής του παραπάνω Υποκαταστήματος, με την από 1.7.2004 απόφασή του, έκρινε ότι ο ασφαλισμένος δεν δικαιούται το επίδομα απόλυτης αναπηρίας και απέρριψε τη σχετική αίτηση του. Ωστόσο, η από 19.7.2004 ένσταση του αποβιώσαντος κατά της απόφασης αυτής του Διευθυντή έγινε δεκτή με την 573/2006 απόφαση της Τ.Δ.Ε. του ίδιου Υποκαταστήματος. Το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. με  προσφυγή του ζήτησε την ακύρωση της απόφασης αυτής της Τ.Δ.Ε.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 2967/2012 προδικαστική απόφαση του δέχθηκε ότι η εν λόγω Επιτροπή δεν αιτιολόγησε προσηκόντως την κρίση της ότι ο ασφαλισμένος δεν χρήζει βοήθειας και συμπαράστασης άλλου προσώπου, για το χρονικό διάστημα από 19.2.2004 έως 28.2.2005. Τούτο διότι η κρίση της, ότι αυτός δεν είναι πρακτικά τυφλός, η οποία προφανώς συνήχθη από το γεγονός ότι κατά την κλινική εξέταση του διαπιστώθηκε ότι αναγνώριζε τα επιδεικνυόμενα αντικείμενα, δεν ήταν επαρκής αφού δεν γίνεται με αυτή καμία αναφορά στις συνέπειες που έχει η διαπιστωθείσα αναπηρία στις μετακινήσεις του ασφαλισμένου και στη δυνατότητα αυτοεξυπηρέτησης του. Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η από 23.6.2004 γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής δεν ήταν αιτιολογημένη, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος Ι.K.A. Ελευσίνας, προκειμένου αυτή να αποφανθεί με νέα αιτιολογημένη γνωμάτευση, εάν ο αποβιώσας, ενόψει των σοβαρών παθήσεων του, όπως αυτές περιγράφονται στην προαναφερόμενη γνωμάτευση και οι οποίες του προσέδιδαν ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό ιατρικής αναπηρίας (80%), μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, δηλαδή να εκτελεί μόνος του τις στοιχειώδεις λειτουργίες, να ικανοποιεί μόνος του τις καθημερινές ανάγκες του και να μετακινείται εντός και εκτός οικίας ή για την εκτέλεση και το χρονικό διάστημα από 1.1.12004 έως 31.1.2005

Ωστόσο, το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. δεν προσκόμισε, εντός της προθεσμίας που τάχθηκε για το σκοπό αυτό, νέα αιτιολογημένη γνωμάτευση της Β.Υ.Ε.. Για το λόγο αυτό, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 2.3.2015, ανέβαλε αυτεπαγγέλτως τη συζήτηση της υπόθεσης και όρισε νέα δικάσιμο (8 Ιουνίου 2015), προκειμένου το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. να προσκομίσει όσα ζητήθηκαν με την προαναφερόμενη προδικαστική απόφαση. Ενόψει, όμως, του ότι το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και πάλι δεν ανταποκρίθηκε στην ως άνω υποχρέωση του και δεν προσκόμισε όσα ζητούνταν με την ως άνω προδικαστική απόφαση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 18813/2015 απόφαση του, προκειμένου να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για το αν ο αποβιώσας ασφαλισμένος δικαιούνταν ή όχι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα το επίδομα απόλυτης αναπηρίας, έκρινε αναγκαίο να αναβάλει εκ νέου την έκδοση οριστικής απόφασης και να αναπέμψει για μία ακόμα φορά την κρινόμενη υπόθεση ενώπιον του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., προκειμένου η αρμόδια Β.Υ.Ε., αφού λάβει υπόψη και εκτιμήσει όλα τα ιατρικά έγγραφα που περιλαμβάνονται στο φάκελο και αφορούν το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ιδίως την από 20.9.2011 ιατρική βεβαίωση νοσηλείας του  χειρουργού - ουρολόγου, ΔιευθυντήτηςΟυρολογικήςΚλινικήςτου«ΘΡΙΑΣΙΟΥ»ΓενικούΝοσοκομείουΕλευσίναςκαιτην από28.7.2004 ιατρικήβεβαίωσητηςΕπιμελήτριαςΑ' ΟφθαλμολογίαςτουίδιουωςάνωΝοσοκομείου, να αποφανθεί εμπεριστατωμένα και με σαφήνεια, με νέα αιτιολογημένη γνωμάτευση, εάν ο ασφαλισμένος, ενόψει των σοβαρών παθήσεων του, οι οποίες του προσέδιδαν υψηλό ποσοστό ιατρικής αναπηρίας (80%), μπορούσε μόνος του να εκτελεί τις στοιχειώδεις λειτουργίες και να ικανοποιεί τις καθημερινές ανάγκες του εντός και εκτός της οικίας του και ειδικότερα εάν ήταν σε θέση: α) να ασχοληθεί με την ατομική καθαριότητα του, την ένδυση, την προετοιμασία φαγητού, β) να κυκλοφορεί ελεύθερα και να χρησιμοποιεί τα μέσα μαζικής μεταφοράς, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητά του, προκειμένου να καλύψει και τις εκτός οικίας ανάγκες του ή αν, αντίθετα, αυτός για την εκτέλεση και ικανοποίηση τους είχε ανάγκη από τη συνεχή παρακολούθηση και συμπαράσταση άλλου προσώπου, κατά το χρονικό διάστημα από 19.2.2004 έως 28.2.2005.

 Επειδή, και πάλι όμως το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. δεν ανταποκρίθηκε στην ως άνω υποχρέωση του και δεν προσκόμισε νέα, αιτιολογημένη, γνωμάτευση, όπως ζητήθηκε με την ως άνω 18813/2015 προδικαστική απόφαση. Κατόπιν τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι παράλειψη των υγειονομικών οργάνων του να γνωματεύσουν, κατόπιν μάλιστα της έκδοσης δύο σχετικών προδικαστικών αποφάσεων, δεν ήταν δυνατό να αποβεί τελικώς σε βάρος του συνταξιούχου.

Ενόψει δε του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η από 23.6.2004 γνωμάτευση της αρμόδιας Β.Υ.Ε. δεν ήταν αιτιολογημένη, γιατί η εν λόγω Επιτροπή δεν αιτιολόγησε προσηκόντως την κρίση της ότι ο συνταξιούχος δεν χρήζει βοήθειας και συμπαράστασης άλλου προσώπου, για το χρονικό διάστημα από 19.2.2004 έως 28.2.2005, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δε δεσμεύεται από αυτή και πρέπει να αποφανθεί επί του αιτήματος του συνταξιούχου, αφού προηγουμένως εκφέρει κρίση για τα τεθέντα ιατρικής φύσης θέματα, με βάση τα στοιχεία του φακέλου και το αποδεικτικό υλικό.

Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη: α) την προχωρημένη ηλικία του αποβιώσαντος, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (72 ετών), β) το υψηλό ποσοστό της ανατομοφυσιολογικής του βλάβης (80%), γ) την σοβαρή οφθαλμολογική του πάθηση, σύμφωνα τόσο με την από 23.6.2004 γνωμάτευση της Β.Υ.Ε., όσο και με την από 28.7.2004 ιατρική βεβαίωση της Επιμελήτριας Α' Οφθαλμολογίας του Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας «ΘΡΙΑΣΙΟ», σε συνδυασμό με τη βαρηκοΐα άμφω μετρίου προς σοβαρού βαθμού, που διαπίστωσε, επίσης, η Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή, δ) ότι, σύμφωνα με την από 20.9.2011 ιατρική βεβαίωση νοσηλείας του χειρουργού - ουρολόγου, Διευθυντή της Ουρολογικής Κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου, ο συνταξιούχος έπασχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, από Ca κύστεως και νοσηλεύτηκε στην εν λόγω Κλινική από 23.11.2004 έως 8.12.2004, όπου και υποβλήθηκε σε διουρηθική αφαίρεση μορφώματος στην ουροδόχο κύστη και ε) ότι λάμβανε συνεχώς από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. σύνταξη αναπηρίας από το έτος 1976 και μάλιστα σύνταξη βαριάς αναπηρίας από κοινή νόσο για το χρονικό διάστημα από 1.1.1994 έως 31.1.1995 και από 1.2.1995 και εφ' όρου ζωής, έκρινε ότι ο συνταξιούχος, κατά το χρονικό διάστημα από 19.2.2004 έως 28.2.2005, δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε την ανάγκη συνεχούς επίβλεψης, περιποίησης και συμπαράστασης ετέρου προσώπου και, συνεπώς, δικαιούνταν, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, του επιδόματος απόλυτης αναπηρίας.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ  ΧΡ.  ΜΗΛΙΟΥ

                ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

           Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

 Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

    e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

   www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου*

Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης οφειλέτη τράπεζας λόγω δανείου, του οποίου τα προσωπικά δεδομένα διαβιβάστηκαν χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή του σε εταιρία, η οποία τον οχλούσε, τρομοκρατώντας τον με κατάσχεση της περιουσίας του και χωρίς αυτός να έχει ενημερωθεί για το όνομα του υπεύθυνου της επεξεργασίας και για τον σκοπό της επεξεργασίας των δεδομένων από τις εναγόμενες εταιρίες.

Η συγκεκριμένη απόφαση που αναλύεται κατωτέρω είναι εφετειακή και η αποζημίωση που προβλέπεται από το νόμο ανέρχεται στο ποσό των 6.000 ευρώ και καταβάλλεται από την τράπεζα, εφόσον η αγωγή γίνει δεκτή.

Η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπευθύνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου. Η ακρίβεια και ενημέρωση (επικαιροποίηση) των δεδομένων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ο οποίος κατά τη συλλογή ή (και) την εν συνεχεία επεξεργασία των δεδομένων, οφείλει, με μέτρο την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του εν λόγω κύκλου δραστηριότητας, να ελέγχει την ακρίβεια των δεδομένων.

Στις 20.06.2013 η ενάγουσα συνήψε με την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εκκαλούσα αίτηση - σύμβαση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου και ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων, δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε και εκταμιεύτηκε καταναλωτικό δάνειο ύψους 5.200 ευρώ, με τους ειδικότερους όρους που περιλαμβάνονται στην ως άνω σύμβαση και στο παράρτημα που επισυνάπτεται στη σύμβαση αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος αυτής. Κατά την κατάρτιση δε της ως άνω συμβάσεως χορήγησης του καταναλωτικού δανείου η τράπεζα συνέλεξε από αυτή προσωπικά της δεδομένα, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της άνω σύμβασης και συγκεκριμένα το ονοματεπώνυμο της, το όνομα πατρός, την ημερομηνία γέννησης της, την διεύθυνση κατοικίας της, το επάγγελμα της, τα στοιχεία της αστυνομικής της ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) του καθώς και τον αριθμό τηλεφώνου της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη τράπεζα ανέθεσε δυνάμει της από 5-10-2009 έγγραφης σύμβασης στην εταιρεία με την επωνυμία «EUROBANK EFG ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΕ», η οποία κατόπιν της από 19.11.2012 τροποποίησης του καταστατικού της που καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.ΜΗ και δημοσιεύτηκε στο τεύχος ΑΕ - ΕΠΕ (ΦΕΚ 13341/21.11.2012) μετονομάστηκε σε «EUROBANK ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με τον διακριτικό τίτλο «EUROBANK REMEDIAL SERVICES», να ενημερώνει προφορικώς ή εγγράφως τους πελάτες κατά των οποίων η τράπεζα έχει απαιτήσεις για την ύπαρξη απαιτήσεων και την καθυστέρηση αποπληρωμής τους, καθώς και να διαπραγματεύεται τον χρόνο και τους λοιπούς όρους αποπληρωμής κατ' εντολή και για λογαριασμό της τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3758/2009 και τους ειδικότερους όρους που περιέχονταν στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό καθώς και στο από 1/10/2014 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη εν συνεχεία μεταξύ των εναγομένων εταιρειών με αντίστοιχο περιεχόμενο. Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης μεταξύ των εναγομένων και δεδομένου ότι η ενάγουσα είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την αποπληρωμή της οφειλής της προς την εναγόμενη τράπεζα από την ως άνω σύμβαση καταναλωτικού δανείου, η εναγομένη τράπεζα διαβίβασε στην εναγομένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής της χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει την ενάγουσα για τη διαβίβαση αυτή. Η δε δεύτερη των εναγομένων προέβη στην επεξεργασία των ως άνω παρανόμως διαβιβασθέντων σ' αυτήν από την πρώτη εκκαλούσα προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας με την καταχώρηση αυτών στο αρχείο της (Η/Υ) για τις ανάγκες εκτέλεσης της σύμβασης και στη χρήση αυτών με τηλεφωνικές οχλήσεις στο αριθμό του σταθερού τηλεφώνου της οικίας της ενάγουσας δια των προστηθέντων υπαλλήλων της στις 7.2.2014 και ώρα 2:40 μμ (κα ...), την 13.2.2014 και ώρα 1:25 μμ (κα ...), την 28.2.2014 και ώρα 1.50 μμ (κα ...), την 9.9.2014 και ώρα 3:44 μμ (κα ...), την 30.9.2014 και ώρα 10:16 πμ (κα ...), την 30-9-2014 και ώρα 5:31 μμ (κα ...), την 2.10.2014 και ώρα 3:38 μμ (κα ...), την 6.10.2014 και ώρα 3:37 μμ (κα ...), την 10-10-2014 και ώρα 9:10 πμ (κα ...), την 10.10.2014 και ώρα 1:29 μμ (κος ...), την 13.10.2014 και ώρα 12:45 μμ (κος ...), την 13.10.2014 και ώρα 2:01 μμ (κα ...), την 13.10.2014 και ώρα 6:10 μμ (κος ...), την και ώρα 3:44 μμ (κος ...). Επίσης, υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης την κάλεσαν στο σταθερό της τηλέφωνο την 20.10.2014 και ώρα 9:23 πμ (κος ...) και την 27.10.2014 και ώρα 10:47 πμ (κα ...). Η διαβίβαση όμως των προσωπικών στοιχείων της ενάγουσας και των πληροφοριών από την πρώτη προς την δεύτερη των εναγομένων έγινε ως αποδείχθηκε χωρίς την ειδική συναίνεση της ενάγουσας και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση κατά τρόπο που απαιτεί ο νόμος 2472/1997, η δε δεύτερη εναγόμενη επεξεργάστηκε τα εν λόγω στοιχεία χρησιμοποιώντας αυτά δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι κάλεσαν την ενάγουσα στο σταθερό τηλέφωνο της κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, για ληξιπρόθεσμη οφειλή προερχόμενη από το ως άνω καταναλωτικό δάνειο. Η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα με την υπογραφή της από 20-6-2013 αιτήσεως της για την χορήγηση του καταναλωτικού δανείου συναίνεσε στη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων, παραπέμποντας (η πρώτη εναγομένη) στον σχετικό όρο της εν λόγω αιτήσεως της, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει: «ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ» η εναγομένη αναφέρει ότι η Τράπεζα «Υπεύθυνος Επεξεργασίας» ή τρίτοι κατ’ εντολή και για λογαριασμό της (εκτελούντες την επεξεργασία) θα επεξεργάζονται τα προσωπικά δεδομένα των φυσικών προσώπων που υπογράφουν την παρούσα (υποκείμενα) προς το σκοπό αξιολόγησης της, εκτέλεσης των σχετικών συμβάσεων, προάσπισης των συμφερόντων της Τράπεζας και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της καθώς και προώθησης διαφήμισης τραπεζικών υπηρεσιών, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις Αποδέκτες των δεδομένων 1) Όσον αφορά την σύμβαση του δανείου: α) για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των υποκειμένων: οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, δικηγόροι συμβολαιογράφοι και δικαστικοί επιμελητές β) Για τη προστασία της πίστης και των οικονομικών συναλλαγών: Η Τειρεσίας ΑΕ 2) Για την εκπλήρωση κάθε σκοπού επεξεργασίας Η Διοίκηση και οι υπηρεσίες της Τράπεζας, οι θυγατρικές ή συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις καθώς και συνεργαζόμενα με αυτή νομικά ή φυσικά πρόσωπα, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους». Από την διατύπωση του ανωτέρω όρου συνάγεται ότι αυτή (διατύπωση του) τυγχάνει αόριστη και ανακριβής, γεγονός που είχε παρατηρηθεί και επισημανθεί όπως προκύπτει και από τη με αριθμ. πρωτ. Γ7ΕΞ/4744/12-7-2013 σύσταση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τις δανείστριες τράπεζες σχετικά με τις υποχρεώσεις ενημέρωσης και ταυτοποίησης του οφειλέτη. Ο ως άνω όρος προβλέπει εν προκειμένω αόριστο και ευρύτατο κύκλο αποδεκτών, μη εξασφαλίζοντας το απόρρητο και την ασφάλεια επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας ως απαιτείται σύμφωνα με τον σκοπό του ν. 2472/1997.

Κατά τον τρόπο δε αυτό, που ακολούθησε η πρώτη εναγομένη, διευρύνεται ο κύκλος του υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως και του εκτελούντος αυτή και των αποδεκτών, που δεν είναι σύμφωνο με το πνεύμα και τους ορισμούς του νόμου και την οικονομική εκμετάλλευση των δεδομένων του υποκειμένου, που πρέπει να είναι συγκεκριμένη την κάθε φορά και περιορισμένη στους σκοπούς και το χρόνο διάρκειας της σύμβασης. Προς τούτο άλλωστε το άρθρο 11 του Ν. Αρθρο 11 όπως έχει τροποποιηθεί και περιελήφθη στην "κωδικοποίηση διατάξεων για την πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα και στοιχεία" του ΠΔ 28/2015 ορίζει ότι «1.0 υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία α) την ταυτότητα του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης» ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 «Με απόφαση της Αρχής μπορεί να αρθεί εν όλω ή εν μέρει η υποχρέωση ενημέρωσης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3, εφόσον η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα γίνεται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Σε επείγουσες περιπτώσεις η άρση της υποχρέωσης ενημέρωσης μπορεί να γίνει με προσωρινή, άμεσα εκτελεστή, απόφαση του Προέδρου, ο οποίος πρέπει να συγκαλέσει το συντομότερο την Αρχή για την έκδοση οριστικής απόφασης επί του θέματος». Ενώ σύμφωνα και με το άρθρο 4 του Ν.3758/09 παρ. 4 αυτού εδάφια της παρ.4 ως τα τελευταία εδάφια προστέθηκαν με το άρθρο 36 παρ.1 Ν.4038/2012, «4. Πριν από κάθε ενέργεια Ενημέρωσης απαιτείται η από τον δανειστή προς τον οφειλέτη επιβεβαίωση των οφειλών με κάθε διαθέσιμο τρόπο και η ταυτοποίηση του οφειλέτη, καθώς και η ενημέρωση του για τη διαβίβαση των δεδομένων του στην Εταιρεία συμφώνως και προς το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, ως εκάστοτε αυτός ισχύει. Η επικοινωνία με τον οφειλέτη πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με τις αρχές της παραγράφου 1, εντός εύλογου χρόνου και με συχνότητα οχλήσεων όχι πέραν της μίας ανά δεύτερη ημέρα.

Η τηλεφωνική επικοινωνία στο χώρο εργασίας του οφειλέτη γίνεται, μόνο εφόσον ο συγκεκριμένος τηλεφωνικός αριθμός έχει δηλωθεί ως μοναδικός αριθμός επικοινωνίας από τον τελευταίο. Η τηλεφωνική επικοινωνία από την Εταιρεία για την ενημέρωση του οφειλέτη για ληξιπρόθεσμη απαίτηση επιτρέπεται να πραγματοποιείται μετά την πάροδο δέκα ημερών από την ημέρα που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη, από τις 9:00 έως 20:00 και μόνο τις εργάσιμες ημέρες. Οι δανειστές παρέχουν στις Εταιρείες μόνο τα αναγκαία για την επικοινωνία στοιχεία των οφειλετών Οι Εταιρείες χρησιμοποιούν τα δεδομένα των οφειλετών για τους σκοπούς, για τους οποίους διαβιβάσθηκαν τα δεδομένα από τον δανειστή σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. καθώς και για την υπεράσπιση δικαιώματος τους ενώπιον των δικαστηρίων ή άλλης δημόσιας αρχής. Απαγορεύεται στις Εταιρείες η διαβίβαση των στοιχείων σε τρίτους, με ή χωρίς αντάλλαγμα, καθώς και η χρήση τους για άλλους σκοπούς. Ως τρίτοι, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, θεωρούνται και οι θυγατρικές εταιρείες των Εταιρειών. Πρόσβαση στα δεδομένα έχουν η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων του παρόντος νόμου, άλλες δημόσιες αρχές και οι δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της άσκησης των εκ του νόμου αρμοδιοτήτων τους. Οι διατάξεις του άρθρου 10 TOU V. 2472/1997 για το απόρρητο και την ασφάλεια της επεξεργασίας εφαρμόζονται αναλόγως στα αρχεία που περιέχουν δεδομένα οφειλετών που είναι νομικά πρόσωπα.».

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η πρώτη εναγομένη που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης ως υπεύθυνος επεξεργασίας, κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής δεδομένων δεν ενημέρωσε την ενάγουσα κατά τρόπο σαφή για την ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, για τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρον 11 παρ. 1 α, β, γ Ν. 2472/1997, ήτοι αναφέροντας την επωνυμία, την έδρα του εκπροσώπου της και την επωνυμία της εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών αν και γνώριζε αυτήν κατά τον χρόνο υπογραφής της ως άνω σύμβασης, καθόσον είχε ήδη συνάψει σχετική σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την δεύτερη εναγομένη από το έτος 2009, όπως η ίδια άλλωστε ισχυρίζεται. Η πρώτη εναγομένη λοιπόν δεν απέδειξε ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση ούτε πριν αλλά ούτε και μεταγενέστερα, μετά την συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβαση τους προς την δεύτερη εναγομένη όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 11 του Ν. 2472/1997, ήτοι κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αναφέροντας την ταυτότητα του εκπροσώπου της, καθόσον και στην επικαλούμενη από 1-10-2013 επιστολή της προς την ενάγουσα αναφέρεται στο τέλος αυτής με πολύ ψιλά γράμματα «Σε περιπτώσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών η Τράπεζα δικαιούται να διαβιβάζει προσωπικά της στοιχεία σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών με σκοπό τη σχετική ενημέρωση σας βάσει Ν. 3758/2009», ήτοι και πάλι δεν γίνεται αναφορά της συγκεκριμένης εταιρείας ενημέρωσης (επωνυμία, έδρα και λοιπά στοιχεία περί της ταυτότητας αυτής) στην οποία επρόκειτο να διαβιβάσει τα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας. Σε κανένα λοιπόν όρο της σύμβασης ή των επιστολών της δεν γίνεται αναφορά των συγκεκριμένων εταιρειών που θα τηρούν ή στις οποίες θα διαβιβάζονται τα προσωπικά δεδομένα της πιστούχου - ενάγουσας. Για την ορθή όμως και νόμιμη εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν στην ενημέρωση της ενάγουσας από την εναγόμενη τράπεζα και την συγκατάθεση της πρώτης για την επεξεργασία και διαβίβαση σε εκπροσώπους της όπως οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών ή σε τρίτους των προσωπικών της στοιχείων, η πρώτη εναγομένη τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να την ενημερώσει όπως προελέχθη ειδικώς και δη να αναφέρει την επωνυμία της εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (έδρα κ.λ.π) στην οποία θα διαβιβάζονταν τα προσωπικά στοιχεία της ενάγουσας και η οποία θα την καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής της, γεγονός που δεν απεδείχθη ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση αν και η πρώτη εναγομένη γνώριζε ήδη από τον χρόνο σύναψης της σύμβασης καταναλωτικού δανείου ποια ήταν η εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, καθόσον ήταν και θυγατρική της. Η ενάγουσα λοιπόν ουδέποτε έλαβε πραγματική γνώση ότι τα προσωπικά της δεδομένα θα διαβιβαστούν στην άνω συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, ήτοι στην δεύτερη εναγομένη, ούτε τους λοιπούς αποδέκτες κατά το όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία εξατομίκευσης αυτών και των τυχόν εκπροσώπων, αν και θα έπρεπε να γνωρίζει. Άλλωστε, ως «συγκατάθεση» υπό την έννοια του Ν. 2472/1997 ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επίγνωση, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν, οι δε τυποποιημένοι σχετικά όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης, αλλά προσχώρησης του καταναλωτή, ώστε το εκάστοτε αίτημα του για λήψη πίστωσης να τύχει έγκρισης από την τράπεζα, δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια. Δεδομένου δε ότι σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997 για κάθε ανακοίνωση προσωπικών δεδομένων επιβάλλεται η ενημέρωση του υποκειμένου αυτών, η εν λόγω υποχρέωση υφίσταται κατά την ανωτέρω διάταξη ακόμη και στις περιπτώσεις που κατά το άρθρο 5 παρ.2 του ως άνω ν. 2472/1997 δεν απαιτείται για την ανακοίνωση (ή οποιαδήποτε άλλη κατ' άρθρο 2 περ. δ' του νόμου τούτου, μορφή επεξεργασίας) των συγκεκριμένων δεδομένων η συγκατάθεση του υποκειμένου αυτών. Η πρώτη εναγομένη λοιπόν δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις τήρησης του νόμου, υπό τις διατάξεις του οποίου λαμβάνει χώρα η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της ενάγουσας. Η εκ μέρους της παράβαση της ειδικής ενημέρωσης της ενάγουσας, που ορίζει ο νόμος, ενεργοποιεί και την ευθύνη της για αποζημίωση του, λόγω «ηθικής βλάβης» της. Ακολούθως οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της πρώτης των εναγόμενων δια των προστηθέντων οργάνων της προσέβαλαν την προσωπικότητα της ενάγουσας και προκάλεσεν σ' αυτήν σημαντική ηθική βλάβη, ενώ τα όργανα της, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση) των προσωπικών δεδομένων της, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση της, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης. Άλλωστε όπως αποδείχθηκε οι τηλεφωνικές κλήσεις συνοδεύονταν κατά παράβαση των κανόνων της δεοντολογίας και του ν.3758/2009 από άσκηση ψυχολογικής βίας, καθόσον την αναστάτωναν σε τέτοιο βαθμό που επέτειναν την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση υγείας της . Επιπλέον εκ της επιστολής της εναγομένης προκύπτει ότι οι τηλεφωνικές οχλήσεις δεν ήταν 18 σε διάστημα εννέα μηνών όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενες, αλλά οι δεκαπέντε (κλήσεις) εξ αυτών έλαβαν χώρα σε διάστημα 1,5 περίπου μηνός γεγονός που φανερώνει της συχνότητα αυτών, ενώ ορισμένες φορές προκύπτει ότι κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν. ν.3758/2009 υπερέβαιναν την μία την ημέρα όπως στις 13/10/2014 που η ενάγουσα οχλήθηκε τρεις φορές την ίδια ημέρα. Σε κάθε περίπτωση δεδομένου ότι η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας έγινε δίχως την προηγούμενη ενημέρωση της, δίχως την τήρηση των απαιτούμενων ως άνω διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου, γεγονός που συνεπάγεται απαγορευμένη επέμβαση στα δεδομένα της ενάγουσας και κατ' επέκταση προσβολή της προσωπικότητας της, η πρώτη εναγομένη που γνώριζε και σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνώριζε τις ως άνω προϋποθέσεις του νόμου και την πιθανότητα να επέλθει βλάβη στην ενάγουσα, η οποία επήλθε κατά τα ανωτέρω, υποχρεούται σε αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της. Ενόψει δε του είδους του θιγόμενου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 6.000 ευρώ.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Ενθαρρυντικά και αισιόδοξα είναι τα νέα, σχετικά με τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο αυτήν την περιόδο.

Η υπόθεση της συλλογικής αγωγής κατά της Eurobank βρίσκεται στον Αρειο Πάγο και αναμένεται να εκδοθεί απόφαση, η οποία προφανώς θα καθορίσει και την τύχη αυτών των δανείων. Η εισήγηση του Αρεοπαγίτη Δικαστή προς την σύνθεση του Δικαστηρίου ήταν θετική, δηλαδή ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση των δανειοληπτών κατά της εφετειακής απόφασης που δικαίωσε την τράπεζα.

Σύμφωνα με την εφετειακή απόφαση, τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο δεν είναι επενδυτικά προϊόντα, δεν ενέχουν συναλλαγματικό κίνδυνο και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο ειδική και εμπερειστατωμένη πληροφόρηση των δανειοληπτών κατά την χορήγησή τους.

Με πολύ απλά και κατανοητά λόγια, όλο το νομικό οικοδόμημα των ισχυρισμών και επιχειρημάτων για την ακύρωση των δανείων αυτών βασίζεται στην διαφορετική φύση τους που ενέχουν το στοιχείο της επένδυσης λόγω της ύπαρξης της ισοτιμίας και του συναλλαγματικού κινδύνου και της πλήρους άγνοιας των δανειοληπτών για την φύση και την λειτουργία τους. Εφόσον το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν είναι επενδυτικά προϊόντα αλλά απλά στεγαστικά δάνεια, όλο το νομικό οικοδόμημα κατέρρευσε….

Όμως αυτή είναι μια απόφαση και μία απόφαση δεν καθορίζει απόλυτα το αποτέλεσμα. Τι σημαίνει αυτό: Ότι κάθε φορά που μια υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση και οι δύο μεριές παρουσιάζουν τα νομικά επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς τους. Ο νόμος ερμηνεύεται διαφορετικά τόσο από τους δικηγόρους όσο στην συνέχεια και από τους δικαστές. Αν δεν ίσχυε αυτό, τότε δεν θα υπήρχαν τα δικαστήρια, δεν θα υπήρχαν δικαστές και δικηγόροι.

Έτσι λοιπόν παρ’όλο που έχει βγει μια όντως σημαντική απόφαση, με αρνητικό αποτέλεσμα για τους δανειολήπτες, δεν ήρθε το τέλος του κόσμου, ούτε έχουμε σταματήσει να παλεύουμε για το θέμα αυτό.

Ναι μεν αναμένουμε και την απόφαση του Αρείου Πάγου και ναι, μέχρι στιγμής υπάρχουν αρκετοί δικαστές που ελαφρά την καρδία υιοθετούν άκριτα την απόφαση του Εφετείου και απορρίπτουν τις αγωγές των δανειοληπτών, υπάρχουν όμως και αυτοί οι δικαστές που έχουν άποψη, έχουν γνώμη και δεν φοβούνται να την εκφράσουν με τις αποφάσεις τους.

Μια τέτοια απόφαση είναι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό που εμείς ζητάμε με τις αγωγές αλλά που οι δικαστές δεν έχουν τολμήσει να  μας δώσουν τόσο απλόχερα:

Δεν θα κουράσω, αναφέροντας και αναλύοντας το σκεπτικό της απόφασης αυτής. Πρόκειται για δάνειο που αρχικά χορηγήθηκε σε ευρώ και εν συνεχεία μετατράπηκε σε ελβετικό φράγκο με τροποποιητική σύμβαση. 

Η απόφαση δέχθηκε ότι οι τράπεζες έχουν υποχρέωση ενημερώσεως των δανειοληπτών σχετικά με τον κίνδυνο από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και ότι ο καταναλωτής πρέπει να κατανοεί πλήρως τη συναλλακτική του θέση κατά την κατάρτιση της συμβάσεως.

Καθ’ότι οι υποχρεώσεις αυτές από την μεριά της τράπεζας, εν προκειμένω της τράπεζας ΠΕΙΡΑΙΩΣ, δεν τηρήθηκαν, το δικαστήριο αναγνώρισε ότι είναι ολικώς άκυρη ως καταχρηστική η καταρτισθείσα τροποποιητική σύμβαση του αρχικού στεγαστικού δανείου από το νόμισμα του ευρώ σʼεκείνοτουελβετικούφράγκου.

Και το καλύτερο: ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της τράπεζας αφενός να δεχθεί την αποπληρωμή του τοκοχρεωλυτικούστεγαστικούδανείουστοεγχώριονόμισματουευρώκαιαφετέρουνασυνυπολογίσεισεευρώόλεςτιςχρεώσεις, δηλαδήτουςτόκουςτωνδόσεων και τις εκ μέρους των εναγόντων καταβολές που πραγματοποιήθηκαν, κατόπιν της μετατροπής, δυνάμει της άκυρηςπρόσθετηςπράξεως, τουπροαναφερθέντοςστεγαστικούδανείουαπότονόμισματουευρώσʼεκείνοτουελβετικού φράγκου που έγιναν μέχρι τότε  είτε σε ευρώ είτε σε ελβετικό φράγκο και θα πραγματοποιηθούν στο μέλλον σε ευρώ, με βάση το ποσό των ευρώ που εκταμιεύθηκε πράγματι, τους όρους και το συμβατικό επιτόκιο της αρχικής συμβάσεωςαυτού, μεσυνέπειαοιενάγοντεςναυποχρεούνταινααποπληρώσουντοαρχικό δάνειοσεευρώ, όπωςείχεδιαμορφωθείδυνάμει της αρχικήςδανειακήςσυμβάσεωςσεευρώ.Τέλος καταδικάζει την τράπεζα να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική τους βλάβη!!!!

Δηλαδή η απόφαση ακυρώνει την σύμβαση τροποποίησης του δανείου σε ελεβετικό φράγκο, την ξαναγυρίζει στην αρχική σύμβαση με το αρχικό επιτόκιο και εφόσον γίνει αυτό υπολογιζει όλες τις καταβολές που έγιναν σε ευρώ και με το αρχικό επιτόκιο, της αφαιρεί από το αρχικό κεφάλαιο και το δάνειο συνεχίζει να αποπληρώνεται σαν να μην είχε ποτέ γινεί αυτή η μετατροπή.

Αρκετά σημαντική απώλεια κερδών για την τράπεζα, με επιστέγασμα της «τιμωρίας» της, την καταβολή χρηματικής αποζημιώσης λόγω  ηθικής βλάβης ποσού 4.000 ευρώ.

Πιο είναι το συμπέρασμα; Ότι η μάχη συνεχίζεται με απώλειες και από τις δύο μεριές. Ο πόλεμος όμως ακόμα δεν έχει κριθεί.

Οι τράπεζες βασίζονται στην άγνοια, τον φόβο και την οικονομική δυσχέρεια των δανειοληπτών. Εκεί είναι το κέρδος τους. Να είστε πάντα ενημερωμένοι, να μάθετε τα δικαιώματά σας και να τα διεκδικείτε. Οι τράπεζες απειλούν, τρομοκρατούν και παρουσιάζουν τα γεγονότα όπως τις συμφέρει. Μην βασίζεστε στα λόγια τους αν δεν τα διασταυρώσετε με την γνώμη ενός νομικού. Μην υπογράφετε ρυθμίσεις πριν συμβουλευτείτε ένα δικηγόρο. Πάρτε τον μαζί σας να διαβάσει την  ρύθμιση πριν την υπογράψετε για να σας εξηγήσει τι ακριβώς υπογράφετε.

            

   ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ  ΧΡ.  ΜΗΛΙΟΥ

                ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

           Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

 Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

    e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

   www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου


Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου*

Μια νέα απόφαση επί συλλογικής αγωγής, αυτή την φορά κατά της ΕΤΕ έρχεται να ταράξει τα νερά αναφορικά με τα δάνεια σε CHF. Παραθέτω το μεγαλύτερο μέρος της απόφασης αυτούσιο, για δύο λόγους: α) δεν μπορεί να γίνει σαφέστατο και κατανοητότερο για τον μέσο αναγνώστη , το πώς λειτουργούσε παράνομα και καταχρηστικά η τράπεζα και β) για το ότι η απόφαση επί συλλογικής αγωγής δεν εξασφαλίζει τα προσωπικά δάνεια του κάθε δανειολήπτη. Η απόφαση αυτή ανοίγει το δρόμο για τις ατομικές αγωγές, που πρέπει να γίνουν αν θέλουν οι δανειολήπτες να γυρίσουν το δάνειό τους στην αρχική ισοτιμία.

Αντικείμενο της συλλογικής αγωγής της αποτελεί η προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού. Η απόφαση επί της συλλογικής αγωγής καθορίζει το μέτρο της επιβαλλόμενης συμπεριφοράς των προμηθευτών ώστε να μην προσκρούει στα γενικότερα συμφέροντα του καταναλωτικού κοινού. Η απόφαση επί συλλογικής αγωγής που διαπιστώνει την καταχρηστικότητα του ΓΟΣ δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα όλων των αντίστοιχων όρων των ενσωματωμένων σε ατομικές συμβάσεις με συγκεκριμένου καταναλωτές. Άσκηση συλλογικής αγωγής από σωματεία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των καταναλωτών, για το λόγο αυτό τα αιτήματα της αγωγής που κατατείνουν στην διασφάλιση του ατομικού καταναλωτικού συμφέροντος πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Μη προσήκουσα ενημέρωση των δυνητικών δανειοληπτών εκ μέρους της τράπεζας σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειές τους που είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τους καταναλωτές. Διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών των καταναλωτών δανειοληπτών.

II. Από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 έως 19 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτών», συνάγεται σαφώς ότι ανατέθηκε σε ενώσεις καταναλωτών με σωματειακό χαρακτήρα η προστασία των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού με την άσκηση συλλογικής αγωγής. H δε εκδιδομένη απόφαση παράγει τα αποτελέσματα της έναντι πάντων, και αν δεν ήταν διάδικοι. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης έχει υπαγάγει την εκδίκαση της συλλογικής αγωγής στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Αντικείμενο της αγωγής αυτής, την οποία οι ενώσεις αυτές μπορούν να ασκήσουν εναντίον των προμηθευτών, είναι η δικαστική βεβαίωση αντικαταναλωτικής συμπεριφοράς και η απαγόρευση της ή η ρύθμιση κατάστασης κατά τρόπο που να μην προσβάλλει τα συμφέροντα των καταναλωτών. Ειδικότερα αντικείμενο της συλλογικής αγωγής αποτελεί η « προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού. Σε αντίθεση προς την ατομική, η συλλογική έννομη προστασία αναφέρεται στο καταναλωτικό κοινό ως σύνολο και όχι σε ατομικώς θιγόμενο καταναλωτή. Συνεπώς αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται ύστερα από την άσκηση συλλογικής αγωγής δεν είναι η διάγνωση οποιασδήποτε αξιώσεως της ένωσης καταναλωτών κατά του προμηθευτή. Η άσκηση της αγωγής αυτής δεν εισάγει «διαφορά ιδιωτικού δικαίου», με την έννοια του άρθρου 1 εδ. α' ΚΠολΔ. Αντιθέτως, αντικείμενο της συλλογικής αγωγής είναι η διαπίστωση της αντικαταναλωτικής συμπεριφοράς του προμηθευτή, η απαγόρευση της και η ρύθμιση της καταστάσεως κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην έρχεται σε σύγκρουση με το γενικότερο καταναλωτικό συμφέρον, αποβλέπει δηλαδή στην αυθεντική βεβαίωση νομικού γεγονότος ή τη διάπλαση κατάστασης. Το Δικαστήριο κατά την παροχή συλλογικής έννομης προστασίας δεν λειτουργεί αποκαταστατικώς. Αντιθέτως, η απόφαση επί της συλλογικής αγωγής καθορίζει το μέτρο της επιβαλλόμενης συμπεριφοράς των προμηθευτών, ώστε αυτή να μην προσκρούει στα γενικότερα συμφέροντα του καταναλωτικού κοινού. Κατά συνέπεια η απόφαση επί συλλογικής αγωγής που διαπιστώνει την καταχρηστικότητα του ΓΟΣ, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα όλων των αντίστοιχων όρων των ενσωματωμένων σε ατομικές συμβάσεις με συγκεκριμένους καταναλωτές, έστω και αν αυτοί είναι μέλη της ενώσεως που άσκησε την αγωγή. Η επέλευση η μη της ακυρότητας των ενσωματωμένων όρων αποτελεί έργο της αποκαταστατικής λειτουργίας, την οποία τα δικαστήρια επιτελούν στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας τους. Εκ των ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι το διακύβευμα της συλλογικής έννομης προστασίας δεν είναι οποιαδήποτε ατομική έννομη σχέση, αξίωση ή δικαίωμα, αλλά μόνον το γενικότερο συμφέρον του καταναλωτικού κοινού, ως συνόλου.

Για να κριθεί αν υπάρχει διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, πρέπει προηγουμένως να προσδιοριστεί η συμβατική ισορροπία, η οποία υπάρχει, όταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη σύμβαση κατανέμονται και ισορροπούν με τρόπο όμοιο, με αυτόν που επιτυγχάνεται με τις ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου. Ως μέτρο δε ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο, ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η δε διατάραξη αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλομένων (στη συγκεκριμένη σύμβαση) μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτή προς κατάργησή του. Ερευνάται, δηλαδή, ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή η κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες με δικές του ενέργειες. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές, και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Οι ως άνω περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι και η αρχή της διαφάνειας. Η αρχή της διαφάνειας συμπτύσσεται σε ένα τρίπτυχο επιμέρους κατευθύνσεων που πρέπει να διακρίνει τους ΓΟΣ. Η πρώτη πτυχή είναι αυτή της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, η δεύτερη πτυχή αφορά στο ορισμένο (ή οριστό), του περιεχομένου των όρων και η τρίτη πτυχή η απαγόρευση απροσδόκητων ρητρών. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας.

Επιπλέον άκυρος είναι ένας ΓΟΣ, ο οποίος επιφέρει περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης ή και αλλοίωση της νομικής φύσης της επιλεχθείσας σύμβασης. Η ματαίωση του σκοπού της σύμβασης επέρχεται, όταν ο συγκεκριμένος ΓΟΣ προκαλεί τέτοιες έννομες συνέπειες και προκαλεί τέτοια οικονομικά αποτελέσματα, ώστε να αλλοιώνει το άμεσα σκοπούμενο νομικό και οικονομικό αποτέλεσμα. Επίσης, είναι άκυρος ο ΓΟΣ που οδηγεί σε διάψευση της δικαιολογημένης προσδοκίας του καταναλωτή ως προς τη φύση της παρεχόμενης σ' αυτόν υπηρεσίας, το σκοπό και το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως. Συνεπώς είναι άκυρος ο ΓΟΣ που σε μια σύμβαση δανείου, καταναλωτή και τράπεζας, οδηγεί ουσιαστικά στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή - πελάτη, αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την τράπεζα. Προς την κατεύθυνση της προβλεψιμότητας που επιβάλλει η αρχή της διαφάνειας και της αποτροπής διάψευσης των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή υπάρχει ανάγκη της προστασίας των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή - πελάτη, στις λεγόμενες απροσδόκητες ρήτρες ή αιφνιδιαστικές ρήτρες, δηλαδή στις ρήτρες εκείνες που μεταβάλλουν την εικόνα που δικαιολογημένα έχει δημιουργηθεί στον καταναλωτή - πελάτη αναφορικά με το ύψος του τιμήματος ή την έκταση της κύριας παροχής, δηλαδή στοιχεία που είναι συνήθως και τα μόνα που πράγματι εξετάζει ο καταναλωτής - πελάτης. Συνεπώς ένας όρος (ΓΟΣ), ο οποίος δεν πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις της αρχής της διαφάνειας, είναι άκυρος.

Από το έτος 2006 μέχρι και τα τέλη του έτους 2009, παρατηρήθηκε αυξητική τάση στη σύναψη στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο. Αυτό οφειλόταν, τόσο στην διαφημιστική προώθηση των εν λόγω δανείων από τις συστημικές τράπεζες (συμπεριλαμβανομένης και της εναγόμενης), όσο και στο γεγονός της σημαντικής αύξησης του επιτοκίου Euribor κατά την ως άνω χρονική περίοδο. Η παραπάνω αύξηση του επιτοκίου Euribor, διαμόρφωσε το συνολικό κόστος δανεισμού σε ευρώ σε αρκετά υψηλά επίπεδα, λαμβάνοντας υπόψη και το περιθώριο επιτοκίου. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη μπορούσε να δανείζεται στην διατραπεζική αγορά ελβετικά φράγκα με το επιτόκιο libor Λονδίνου και να προβαίνει σε δανεισμό, με αποτέλεσμα, συγκρινόμενα τα δάνεια σε ευρώ να εμφανίζουν επιτοκιακό πλεονέκτημα, διότι τα δάνεια σε ευρώ συνδέονταν με το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ ή το Euribor.

Με τα δεδομένα αυτά, αποφασίστηκε από την εναγόμενη η διάθεση νέων στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο καθώς και ο σχεδιασμός προώθησης αυτών των προϊόντων από το παραγωγικό της δίκτυο στους καταναλωτές. Για την αποτελεσματική διάθεση του νέου αυτού προϊόντος, τα υποκαταστήματα της εναγόμενης λάμβαναν οδηγίες από την διεύθυνση πωλήσεων της τελευταίας σύμφωνα με τις οποίες όφειλαν να προβάλλουν κατάλληλα στη δυνητική πελατεία τους (καταναλωτές), τόσο τα πλεονεκτήματα του νέου προϊόντος (χαμηλό επιτόκιο, διαχρονική σταθερότητα στην ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ, κ.α.), όσο και τις απλοποιημένες και τυποποιημένες διαδικασίες χορήγησης του. Στο πλαίσιο δε, της διευκόλυνσης των υποκαταστημάτων στην ανωτέρω προσπάθεια, αναρτήθηκε, με μέριμνα της διεύθυνσης κτηματική πίστης στην ιστοσελίδα της στο Internet συνοπτική παρουσίαση, στην οποία περιγράφονται τόσο τα ισχυρά σημεία - πλεονεκτήματα του εν λόγω προϊόντος, όσο και η δυνητική πελατεία (καταναλωτές), στην οποία απευθύνονται.

Τα παραπάνω συνοψίζονται στην από 22-01-2007 εγκύκλιο που εξέδωσε η εναγόμενη στο πλαίσιο της ενημέρωσης των καταστημάτων της για το προαναφερόμενο προϊόν. Με την εγκύκλιο αυτή τα αρμόδια στελέχη των υποκαταστημάτων της εναγόμενης όφειλαν να ενημερώνουν, τους υποψήφιους δανειολήπτες για την πλήρη κατανόηση του συναλλαγματικού κινδύνου που αναλάμβαναν με τη λήψη στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο. Ωστόσο στις οδηγίες αυτές, που εμπεριέχονται και συνοψίζονται στην παραπάνω εγκύκλιο της εναγόμενης, δεν προκύπτει, κατά πρώτον, ότι η ενημέρωση για τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβαναν οι καταναλωτές με την ως άνω σύμβαση δανείου σε ελβετικό φράγκο, θα ήταν έγγραφη ή προφορική και κατά δεύτερον δεν αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ενάγουσας θα ενημέρωναν τους δανειολήπτες ώστε να εξασφαλιζόταν, με βεβαιότητα, ότι οι τελευταίοι θα είχαν κατανοήσει την επικινδυνότητα του εν λόγω προϊόντος, δεδομένου ότι η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας (όπως του ελβετικού φράγκου με το ευρώ), εξαρτάται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, από μια σειρά απρόβλεπτων προσδιοριστικών παραγόντων, όπως είναι, α) οι κοινωνικοπολιτικές - οικονομικές συνθήκες, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν αύξηση στη ζήτηση για συναλλαγές και ξένο νόμισμα, οδηγώντας στην πτώση της αξίας του εγχώριου νομίσματος, β) ο πληθωρισμός, ο οποίος αν βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, συνεπάγεται για μια χώρα, μειωμένη ζήτηση για το εθνικό της νόμισμα από τα υπόλοιπα κράτη, γ) από τα προσφερόμενα προϊόντα και τις υπηρεσίες των ξένων κρατών όπου δεν υπάρχει δυνατότητα απόκτησης τους στην εγχώρια αγορά και ως εκ τούτου η ζήτηση συναλλάγματος για την εισαγωγή τους, θα σημειώσει αύξηση, δ) από το ισοζύγιο πληρωμών και το έλλειμμα ενός κράτους, ε) από τον τρόπο δράσης, τις ανακοινώσεις και τις πολιτικές ενός κράτους και της κεντρικής του τράπεζας, κ.α.. Ως εκ τούτου οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγόμενης ότι η συναλλαγματική ισοτιμία αποτελεί διαγνωστό αντικειμενικό μέτρο, θα πρέπει να απορριφθούν δεδομένου ότι, α) ο προσδιορισμός της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν προέρχεται από αυστηρά θεσπισμένους και «εκ των προτέρων διαμορφωμένους διεθνείς μηχανισμούς», αλλά, αντιθέτως, εξαρτάται από αναρίθμητους και απροσδιόριστους παράγοντες που είναι αδύνατο να προβλεφθούν τόσο από τον μέσο καταναλωτή - δανειολήπτη, όσο και από ειδικούς και έμπειρους οικονομολόγους και β) όφειλε η εναγόμενη να φροντίσει για την προσήκουσα ενημέρωση των δυνητικών δανειοληπτών και δη για την αποτελεσματική υλοποίηση όσων αναφέρονται στην ανωτέρω εγκύκλιο της, πριν από, τη σύναψη της σύμβασης η οποία (αποτελεσματική υλοποίηση της πληροφόρησης και ενημέρωσης, σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειες τους, η οποία είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τους καταναλωτές, οι οποίοι κλήθηκαν· να αποφασίσουν αν επιθυμούν να δεσμευτούν από τους προδιατυπωμένους από αυτή όρους) δεν αποδείχθηκε.

 Επιπλέον, δεν γίνεται σαφής διάκριση στην προαναφερθείσα εγκύκλιο, εάν η ενημέρωση επί του επίδικου προϊόντος θα γινόταν από ειδικούς και έμπειρους υπαλλήλους της ενάγουσας, οι οποίοι θα είχαν την απαιτούμενη γνώση και πιστοποίηση για την προώθηση ενός τέτοιου πολυσύνθετου προϊόντος. Δεδομένου λοιπόν ότι η σύμβαση δανείου σε ελβετικό φράγκο δεν αποτελεί απλή σύμβαση στεγαστικού δανείου, αλλά στην ουσία είναι ένα πολυσύνθετο χρηματοοικονομικό προϊόν ( καθόσον ο δανειολήπτης φέρεται να «λαμβάνει» το δάνειο σε ευρώ με «μετατροπή» του ελβετικού φράγκου σε ευρώ με την ισοτιμία που θα ίσχυε κατά τον χρόνο της εκταμίευσης ενώ οι δόσεις του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο), η ενάγουσα όφειλε να αναθέσει την ενημέρωση των καταναλωτών σε υπαλλήλους της (ή ειδικούς συμβούλους), που να διέθεταν ειδική πιστοποίηση, που ορίζει ότι οι υπάλληλοι που είναι αρμόδιοι για την ανάλυση κινητών αξιών και αγορών χρήματος και κεφαλαίου (όπως στην επίδικη περίπτωση), οφείλουν να διαθέτουν σχετικό πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας που χορηγείται από την τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν εξετάσεων με ευθύνη της τελευταίας και της επιτροπής κεφαλαιαγοράς.

Σε συνέχεια των ανωτέρω και όσον αφορά στην φερόμενη κατά τίτλο «παρεχόμενη προστασία του δανειολήπτη», ως προς την πιθανή μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε βάρος του δανειολήπτη, ( π.χ. ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ), τυγχάνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ανεπαρκής και βλαπτική για τον δανειολήπτη, διότι, α) η χρονική τής διάρκεια ήταν περιορισμένη (5 έως 6 έτη, για δάνεια 30 ή και 40 ετών), β) περιοριζόταν μόνο στην περίπτωση δυσμενούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας πάνω από 5% , γ) αφορούσε μόνο τη δόση καθαυτή και όχι το οφειλόμενο κεφάλαιο, το οποίο προσαυξημένο με τη ζημιογόνα για τον δανειολήπτη, μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, υποχρέωνε σε παράταση του χρόνου συνολικής αποπληρωμής του δανείου, ακόμη και υπό την ισχύ του προγράμματος προστασίας, σε συνολική καθολική επιβάρυνση του δανειολήπτη με τη συναφή εκ της συναλλαγματικής μεταβολής, ζημία και δ) το κόστος του προγράμματος αυτού επιβάρυνε την μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση του δανειολήπτη (ανεξαρτήτως της ανατίμησης ή της υποτίμησης του ελβετικού φράγκου προς το ευρώ).

 Πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα 2 επισυναπτόμενα - συγκριτικά παραδείγματα της εναγόμενης (με και χωρίς προστασία δόσης), αποτυπωμένα σε δύο πίνακες, είναι πρόχειρα και απλοϊκά, σε σχέση με την πολυπλοκότητα των επίδικων δανείων καθόσον περιορίζονται σε χαμηλό επιτόκιο και χαμηλές δόσεις. Ειδικότερα, τα εν λόγω παραδείγματα (τα οποία παρουσιάζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται υπέρ του καταναλωτή), αφενός μεν, εναρμονίζονται με την προηγούμενη, βασική, οδηγία της εναγόμενης προς το παραγωγικό της δίκτυο, σύμφωνα με την οποία υποχρεούνταν οι υπάλληλοι των υποκαταστημάτων της εναγόμενης να τονίζουν στους δυνητικούς δανειολήπτες, τόσο τα πλεονεκτήματα του επίδικου δανείου (χαμηλό επιτόκιο, διαχρονική σταθερότητα στην ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ, κ,α.), όσο και τις απλοποιημένες και τυποποιημένες διαδικασίες χορήγησης του ώστε να εμφανίζεται, το εν λόγω προϊόν, άκρως ελκυστικό και αφετέρου δεν αναφέρονται, με απτά παραδείγματα, οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι που κρύβονται στα επίδικα δάνεια, όπως είναι η πιθανή, μεγάλη, περιουσιακή βλάβη που μπορεί να υποστεί ο καταναλωτής από την μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας και την συνακόλουθη διαμόρφωση της δόσης σε υψηλά επίπεδα για πάρα πολλά έτη, χωρίς να μειώνεται το κεφάλαιο του δανείου. Και ναι μεν η εναγόμενη παραθέτει δύο παραδείγματα δανείων (με και χωρίς προστασία της δόσης και με ελκυστικό επιτόκιο για τον δανειολήπτη), πλην όμως, εκ των δύο παραδειγμάτων, θα έπρεπε, τουλάχιστον, στο ένα να αποτυπώνεται η οφειλή, και η μηνιαία δόση σε περίπτωση θετικής εξέλιξης της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ και στο άλλο, η μηνιαία δόση και η οφειλή στην περίπτωση της αρνητικής εξέλιξης της, ως άνω, συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να γίνεται άμεσα αντιληπτό από τον δυνητικό δανειολήπτη οι σοβαρές συνέπειες που θα είχε στην περιουσία του μια βίαιη μεταβολή στη συναλλαγματική ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ, με ανατίμηση του πρώτου, έτσι ώστε η πληροφόρηση που παρείχε η εναγομένη να ήταν πραγματική και αποτελεσματική, και να μην περιορίζεται σε «διαφήμιση» μόνο του καταναλωτικού προϊόντος της. Εξάλλου, στα ίδια παραδείγματα θα έπρεπε να επεξηγείται (αλλά και στους επίδικους όρους της σύμβασης, να εκτίθεται) κατά τρόπο εναργή η συγκεκριμένη λειτουργία του μηχανισμού στον οποίο αφορά η οικεία ρήτρα περί συναλλαγματικής ισοτιμίας καθώς και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και εκείνου που προβλέπει ή ρήτρα περί μεταβολής και διακύμανσης του επιτοκίου, έτσι ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις προς αυτόν οικονομικές συνέπειες (τόσο ως προς τη διαμόρφωση του ύψους της δόσης, αλλά και του οφειλόμενου κεφαλαίου) του συνδυασμού των δύο ρητρών. Ως εκ τούτου, ο περί αντιθέτου ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η παραπάνω ενημέρωση «με μαθηματικό σχεδιάγραμμα μεταβολής της ισοτιμίας», καθιστούσε αμέσως αντιληπτό από τον δανειολήπτη ποιες θα είναι «οι συγκεκριμένες συνέπειες», στη διαμόρφωση των τοκοχρεωλυτικών του δόσεων σε περίπτωση μεταβολής τη ισοτιμίας, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

 Περαιτέρω και με βάση τις ως άνω οδηγίες της εναγόμενης προς τους υπαλλήλους της, αποδείχθηκε ότι, από την 22-01-2007 και έκτοτε, δίνονταν από την εναγόμενη δάνεια, ιδίως στεγαστικά, σε ελβετικά φράγκα, δηλαδή εμπεριείχαν ρήτρα συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ειδικότερα, ο δανειολήπτης (μετά την προπεριγραφόμενη, ελλιπή, ενημέρωση που λάμβανε από τους υπαλλήλους της εναγόμενης οι οποίοι παρουσίαζαν, κατά τα ανωτέρω, το εν λόγω προϊόν άκρως ελκυστικό), φερόταν να «λαμβάνει», το δάνειο σε ευρώ ύστερα από «μετατροπή», του ελβετικού νομίσματος (στο οποίο είχε συναφθεί το δάνειο), σε ευρώ με την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο της εκταμίευσης, προφανώς για να έχει ο δανειολήπτης το ευνοϊκότερο γι' αυτόν επιτόκιο του ελβετικού φράγκου, κατά τη σταδιακή, με τοκοχρεωλυτικές δόσεις, επιστροφή του δανείου. Ειδικότερα κατά το προσυμβατικό στάδιο η εναγόμενη δεν εμφάνισε ούτε στη σύμβαση ούτε σε χωριστό έγγραφο, τουλάχιστον, ένα ρεαλιστικό παράδειγμα διαμόρφωσης των υποχρεώσεων των δανειοληπτών στο μέλλον, το οποίο να στηρίζεται στην εκδοχή ότι θα μεταβαλλόταν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση η ισοτιμία των δυο νομισμάτων, παρόλο που η διακύμανση, ακόμα και με μεγάλες αποκλίσεις, της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι αναμενόμενη σε βάθος χρόνου, ιδίως σε βάθος 30ετίας (όπως ήταν τα περισσότερα επίδικα δάνεια), πράγμα που γνώριζε η εναγόμενη ακριβώς λόγω της ιδιότητας της ως τράπεζας, δηλαδή του αντικειμένου των εργασιών της, ενώ η σταθερότητα της ισοτιμίας προβαλλόταν ιδιαιτέρως ως παράγων εξασφαλιστικός των ωφελημάτων σύναψης των συμβάσεων αυτών. Επισημαίνεται ότι η εναγόμενη είχε πληροφορηθεί, ήδη από το 2007, σχετικά με το συναλλαγματικό κίνδυνο υποτίμησης του ευρώ κατά ποσοστό έως και 30%, σύμφωνα με την έκθεση και της υποδείξεις του Δ.Ν.Τ., κατά το παραπάνω έτος. Ο τρόπος, άλλωστε, με τον οποίο προβαλλόταν από τους υπαλλήλους της εναγόμενης το συγκεκριμένο καταναλωτικό προϊόν (σύμφωνα με τις ανωτέρω οδηγίες της διεύθυνσης πωλήσεων της εναγόμενης), η ελλιπής ενημέρωση του καταναλωτή ως προς τους προσδιοριστικούς παράγοντες της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου με το ευρώ και τις συνέπειες του συσχετισμού του συναλλαγματικού κινδύνου, με μία ενδεχόμενη αύξηση του επιτοκίου (στο ζήτημα δε του συσχετισμού των δύο αυτών παραγόντων, η πληροφόρηση αποδεικνύεται ανύπαρκτη), καθώς και τα προαναφερόμενα παραδείγματα, όπου αποτυπώνονταν κυρίως τα θετικά στοιχεία της ως άνω συναλλαγματικής ισοτιμίας (χαμηλό επιτόκιο, χαμηλή μηνιαία δόση), δημιουργούσε στον μέσο καταναλωτή την εσφαλμένη εντύπωση ότι οι υποχρεώσεις του θα παρέμεναν, αν όχι αμετάβλητες, πάντως σταθερές με μικρές αποκλίσεις στο μέλλον. Τούτο δε, επιτυγχανόταν και με την, εκ μέρους των υπαλλήλων της εναγομένης, πρόταξη, της φήμης του ελβετικού νομίσματος ως ισχυρού, όπερ, στο πλαίσιο ενημέρωσης για ενδεχόμενη επένδυση στο νόμισμα αυτό. θα ήταν θεμιτό, ενώ στο πλαίσιο συζήτησης περί ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου και υπό την προϋπόθεση ανατίμησης του ισχυρού, νομίσματος δεν είναι. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ενημέρωση των δανειοληπτών δεν έγινε από εξειδικευμένους υπαλλήλους της εναγόμενης, όπως τούτο επιτασσόταν, κατά τα ανωτέρω, από τη Τράπεζα της Ελλάδος, και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να πληροφορηθούν, εμπεριστατωμένα, για τους κινδύνους που αναλάμβαναν έναντι μιας μελλοντικής σοβαρής μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου προς το ευρώ καθώς και τις συνέπειες που θα είχε το γεγονός αυτό στην αποπληρωμή των ένδικων δανείων. Σε κάθε περίπτωση η ενημέρωση από τους υπαλλήλους της εναγόμενης έπρεπε να είναι επαρκής και εξειδικευμένη, προκειμένου οι δανειολήπτες να είναι σε θέση να λαμβάνουν εμπεριστατωμένες και συνετές αποφάσεις και να περιλαμβάνει, κατ' ελάχιστον, τις επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις και το κεφάλαιο του δανείου, μια σοβαρή υποτίμηση του ευρώ ή μια ανατίμηση του ελβετικού φράγκου σε συνδυασμό με τυχόν αύξηση του επιτοκίου.

Εξάλλου, η υπογραφή και παραλαβή προδιατυπωμένων συμβάσεων και επιστολών δεν δύναται να θεωρηθεί πλήρης και ορθή εκτέλεση των προσυμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης, για επαρκή πληροφόρηση και ενημέρωση, διότι αντιστρέφει το βάρος απόδειξης της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων και δύναται να διακυβεύσει την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων των καταναλωτών.

 Περαιτέρω, η εξέλιξη αναφορικά με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των δανειοληπτών από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, πολυετούς διάρκειας, υπήρξε δυσμενής, για τους τελευταίους. Ειδικότερα, ενώ η ισοτιμία του ευρώ προς το ελβετικό φράγκο το έτος 2007(οπότε και η εναγόμενη ξεκίνησε να χορηγεί τα επίδικα δάνεια), ανερχόταν σε ένα (1), ευρώ προς 1,61 ελβετικά φράγκα, σταδιακά άλλαζε λόγω ισχυροποίησης του ελβετικού φράγκου και έφθασε το έτος 2015 στη σχέση ένα (1) ευρώ προς 1,027 ελβετικά φράγκα. Οι ως άνω αρνητικές μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ, προς το ελβετικό φράγκο οδήγησαν σε αύξηση του οφειλόμενου χρέους παρά τις συνεχείς και συνεπείς καταβολές εκ μέρους των δανειοληπτών. Μάλιστα το τελευταίο διάστημα, οι βίαιες μεταβολές της ισοτιμίας είχε ως αποτέλεσμα την ολίσθηση της αξίας του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, με ορίζοντα μόνιμο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο όρος ο οποίος ήταν προ-διατυπωμένος από την εναγόμενη, κατά το μέρος που ρυθμίζει την συναλλαγματική ισοτιμία με βάση την οποία θα μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι τυχόν καταβολές σε ευρώ, καθ' όλη τη διάρκεια αποπληρωμής των δανείων, είναι ασαφής, αόριστος και ακατανόητος, τόσο ως προς τη γραμματική διατύπωση του, αλλά, κυρίως, όσο και προς το συγκεκριμένο αποτέλεσμα του στις οικονομικές υποχρεώσεις των δανειοληπτών και περιλαμβανόταν στους γενικούς όρους συναλλαγών, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ της εναγόμενης και των ως άνω δανειοληπτών και ως εκ τούτου καταχρηστικός και άκυρος. Ειδικότερα, με τον ως άνω όρο των επίδικων συμβάσεων παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας των γενικών όρων συναλλαγών. Συγκεκριμένα, αν και ο παραπάνω ΓΟΣ ρυθμίζει το περιεχόμενο της αντιπαροχής του οφειλέτη -δανειολήπτη, καθορίζει την μηνιαία δόση του δανειολήπτη, τις καταβολές που πρέπει αυτός να κάνει προς την εναγόμενη προς αποπληρωμή του κεφαλαίου του όσο και των τόκων που προκύπτουν (παραπέμποντας στον αντίστοιχο όρο περί καθορισμού του επιτοκίου, δηλαδή, «το επόμενο άρθρο», άνευ ετέρου τινός),εντούτοις έχει τέτοια (ελλειπτική) διατύπωση που δεν αφήνει να διαφανούν τα μειονεκτήματα και οι επιβαρύνσεις που αυτός ενσωματώνει. Πιο συγκεκριμένα, οι καταναλωτές κατά τη σύναψη των ένδικων συμβάσεων δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν με ευκρίνεια ότι, - αναλάμβαναν μεταβλητούς κινδύνους (και δη το συνδυασμό του συναλλαγματικού κινδύνου με την ενδεχόμενη αύξηση του επιτοκίου του ξένου νομίσματος) και μάλιστα με την υποχρέωση μακροχρόνιας δέσμευσης. Επιπλέον με τον ανωτέρω όρο δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα καθώς και η σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μηχανισμού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου (μεταξύ των οποίων και ή προαναφερθείσα περί προσδιορισμού του επιτοκίου), ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να εκτιμήσουν, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες τις οποίες τα ανωτέρω συνεπάγονται. Έτσι οι καταναλωτές (οι οποίοι, ανεξαρτήτως του μορφωτικού τους επιπέδου, δεν διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις ως προς τις συναλλαγές σε προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου συνδεδεμένα ευθέως με την αγορά συναλλάγματος), αδυνατούσαν όχι μόνο να πληροφορηθούν την ύπαρξη διαφοράς μεταξύ της συναλλαγματικής ισοτιμίας πωλήσεως και της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγοράς του ξένου νομίσματος (ελβετικό φράγκο), αλλά και να αξιολογήσουν τις οικονομικές συνέπειες που θα συνεπαγόταν γι' αυτούς η εφαρμογή της ρήτρας συναλλαγματικής ισοτιμίας για τον υπολογισμό των δόσεων (των οποίων εν τέλει, θα ήταν και οι τελικοί υπόχρεοι), καθώς και του συνολικού ύψους των δανείων. Άλλωστε, σαφώς αποδείχθηκε ότι το σύνολο, σχεδόν, των επίδικων δανειακών συμβάσεων αφορά σε δάνεια στεγαστικά ή σε αναχρηματοδότηση τέτοιων δανείων, γεγονός από το οποίο συνάγεται πως, η εναγομένη απέβλεπε στην προώθηση του εν λόγω προϊόντος της σε καταναλωτικό κοινό το οποίο, κατά τεκμήριο και υπό την προϋπόθεση ακόμη ότι είναι ευλόγως επιμελές και ενημερωμένο, θα δυσκολευόταν να αντιληφθεί τον κίνδυνο που αναλάμβανε (και δη να αξιολογήσει Τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μίας ρήτρας όπως η επίδικη στις οικονομικές του υποχρεώσεις) χωρίς την απαιτούμενη ειδική και επαρκή κατά τα ανωτέρω πληροφόρηση και σαφήνεια των συμβατικών όρων, σε αντίθεση με την περίπτωση κατά την οποία θα απευθυνόταν σε κοινό που θα επιζητούσε επιχειρηματικά χρηματοδοτικά προϊόντα.

 Επί τη βάσει όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο επίδικος όρος οδηγεί ουσιαστικά στην διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών των καταναλωτών - δανειοληπτών με την εξέλιξη της συναλλακτικής τους σχέσης με την εναγόμενη. Οι καταναλωτές κατά τη διάρκεια της συμβατικής τους σχέσης βιώνουν ανατροπή θεμελιωδών στοιχείων της γνώσης τους και της προσλαμβάνουσας αντίληψης τους για το περιεχόμενο και το νόημα των επίδικων συμβάσεων. Αυτό συμβαίνει καθώς οι καταναλωτές προσμένουν ότι για όσο χρονικό διάστημα επιμελώς θα αποπληρώνουν το δάνειο τους, θα μειώνεται και το οφειλόμενο κεφάλαιο των δανείων. Δεν είχε γίνει κατανοητό από τους δανειολήπτες κατά την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων ότι μπορεί να συμβεί το αντίθετο και αποτελεί δικαιολογημένη και καλλιεργημένη από την τράπεζα προσδοκία (κατά τα ανωτέρω), ότι με κάθε μηνιαία δόση που καταβάλει μειώνει και το χρέος του έναντι της τράπεζας. Συνεπώς, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τον δανειολήπτη ότι όσο αποπληρώνει το δάνειο, τόσο αυτό μειώνεται ως χρέος. Οι παραπάνω, όμως, αρνητικές μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου προς το ευρώ οδήγησαν σε αύξηση του οφειλόμενου χρέους παρά τις συνεχείς και συνεπείς καταβολές εκ μέρους των δανειοληπτών, κατά τα ανωτέρω. Συνεπώς, αποτελεί πλήρη διάψευση κάθε δικαιολογημένης προσδοκίας των δανειοληπτών, ότι εξαιτίας του παραπάνω ΓΟΣ μπορεί να αποπληρώνουν επί αρκετά έτη τις μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής των δανείων τους χωρίς να απομειώνονται τα οφειλόμενα δάνεια. Σημειωτέον δε ότι ο επίμαχος όρος είναι μεν σαφής ως προς τη γραμματική του διατύπωση, πλην όμως, το γεγονός αυτό δεν αρκεί από μόνο του (άνευ άλλου δηλαδή), για τη διαπίστωση της εγκυρότητάς του καθώς υπήρχε αδιαφάνεια και δη αοριστία ως προς τις οικονομικές συνέπειες της επίδικης ρήτρας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να διαψευστούν οι τυπικές και δικαιολογημένες προσδοκίες κάθε μέσου δανειολήπτη, ότι, δηλαδή, καταβάλλοντος τις συμφωνηθείσες δόσεις ανελλιπώς, το ποσό της οφειλής θα μειώνεται και δεν θα αυξάνεται λόγω μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου, αλλά και λόγω της εν γένει λειτουργίας του συμβατικού μηχανισμού στον οποίο εντάσσεται η ρήτρα αυτή. Κατ' αυτόν τον τρόπο, διαταράσσεται σημαντικά και η ισορροπία των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων σε βάρος των δανειοληπτών, καθόσον ο επίμαχος (ΓΟΣ), οδηγεί στη διάψευση της δικαιολογημένης προσδοκίας τους ως προς τη φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας, το σκοπό και το όλο περιεχόμενο της σύμβασης. Επιπλέον:

α) Κάθε όρος (ΓΟΣ), μιας καταναλωτικής σύμβασης στον οποίο αποτυπώνονται οι υποχρεώσεις του καταναλωτή, ελέγχεται ως προς τη διαφάνεια του και την ευκρίνεια με την οποία αναδεικνύει την αιτία και το ύψος των επιβαρύνσεων του τελευταίου, ακόμη και εάν αποτελεί στοιχείο της κύριας παροχής της συμβάσεως, δηλαδή, ακόμη και αν συνιστά ουσιώδες στοιχείο αυτής και αφορά στην ιδία τη φύση της υποχρέωσης του οφειλέτη.

β) ο προ διατυπωμένος - στερεότυπος, όρος (ΓΟΣ), κατά το μέρος που ρυθμίζει την ισοτιμία, με βάση την οποία μετατρέπονται σε ελβετικά φράγκα οι καταβολές που λάμβαναν χώρα σε ευρώ καθ' όλη τη διάρκεια αποπληρωμής των επίδικων δανείων, είναι αόριστος και ασαφής και ως εκ τούτου άκυρος και καταχρηστικός, καθώς δεν πληροί τις αυστηρές προϋποθέσεις της αρχής της διαφάνειας. Δεν επιτρέπει στον καταναλωτή - δανειολήπτη να αντιληφθεί επαρκώς, κατά την κατάρτιση της σύμβασης και χωρίς μετασυμβατική εξωτερική βοήθεια, την έκταση των επιβαρύνσεων που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, γ) επίσης, ο επίμαχος ΓΟΣ είναι άκυρος λόγω διάψευσης των δικαιολογημένων προσδοκιών του δανειολήπτη καταναλωτή καθώς ανατρέπει αδικαιολόγητα την βασική προσμονή ότι όσο θα αποπληρώνει το χρέος του, τόσο θα απομειώνεται αυτό ή τουλάχιστον δεν θα αυξάνεται, δ) ο παραπάνω ΓΟΣ είναι άκυρος και για τον επιπλέον λόγο, διότι, αλλοιώνει και ανατρέπει τη νομική φύση και τον κύριο συμβατικά σκοπό της σύμβασης καταναλωτικού στεγαστικού δανείου καθώς μετατρέπει τον δανειολήπτη - καταναλωτή ενεργό και καθημερινό συμμέτοχο στη μεταβαλλόμενη και απροσδιόριστη αγορά συναλλάγματος.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

 

Είναι γενικώς γνωστό ότι στην Ελλάδα ζουν και εργάζονται πολλοί αλλοδαποί που έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση ή με καθορισμό. Από την άλλη, πολλοί Έλληνες ζουν

πλέον και εργάζονται στο εξωτερικό.

Και στις δύο περιπτώσεις κάποιες φορές κρίνεται αναγκαία η αλλαγή του κυρίου ονόματος ή και του επωνύμου για λόγους διευκόλυνσεις των κοινωνικών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους.

Η αλλαγή του κύριου ονόματος στην Ελλάδα κατά το ελληνικό δίκαιο, δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση.

Η αλλαγή του επωνύμου είναι σχεδόν αδύνατη ή πολύ δύσκολη και πρέπει να συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για να γίνει δεκτή μια τέτοια αίτηση.

Η αλλαγή του κύριου ονόματος γίνεται με αίτηση του ενδιαφερόμενου στο Ειρηνοδικείο ενώ του επωνύμου στον Δήμο που ανήκει ο καθένας. Και στις δύο περιπτώσεις εξαρτάται σχεδόν

αποκλειστικά από την διακρτιτική ευχέρεια του δικαστή ή του δημάρχου για το αν θα γίνει δεκτή ή όχι.

Δεν υπάρχει συγκεκριμένος νόμος που επιτρέπει την αλλαγή του ονόματος, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Η αίτηση βασίζεται όχι στις διατάξεις του αστικού κώδικα, αλλά στις θεμελειώδεις αρχές

του Συντάγματος για την ελεύθερη διαμόρφωση της προσωπικότητας.

Πρακτικά η αλλαγή του ονόματος γίνεται πάνω στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του αιτούντος και για το λόγο αυτό, οι αλλοδαποί που έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση

δεν έχουν ελληνική ληξιαρχική πράξη γέννησης και δεν μπορούν να καταθέσουν αίτηση για αλλαγή ονόματος, επειδή δεν υπάρχει ληξιαρχική πράξη γέννησης για να τροποποιηθεί.

Οι αλλοδαποί που είναι ομογενείς και έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια με καθορισμό, έχουν ληξιαρχική πράξη γέννησης καταχωρημένη στο Ειδικό Ληξιαρχείο.

Επομένως όποιος αλλοδαπός ενδιαφέρεται για αλλαγή του κύριου ονόματός του στην Ελλάδα, πρέπει πρώτα να απευθυνθεί στο Ειδικό Ληξιαρχείο και να δει αν έχει εκεί ληξιαρχική πράξη

γέννησης. Αν πράγματι έχει, τότε μπορεί να κάνει αίτηση στην Ελλάδα απευθείας για αλλαγή ονόματος.

Για όσους δεν έχουν ελληνική ληξιαρχική πράξη γέννησης αλλά και για τους Έλληνες που ζουν και εργάζονται μόνιμα στο εξωτερικό, υπάρχει μία άλλη διαδικασία, η οποία ειδικά για τους Έλληνες

ίσως είναι πιο εύκολη πρακτικά για να αλλαξουν το όνομά τους, ακόμα και το επώνυμό τους που είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει στην Ελλάδα.

Γενικά φαίνεται ότι η νομοθεσία των ξένων κρατών είναι πιο χαλαρή στο θέμα της αλλαγής ονοματεπωνύμου, σε σχέση με την Ελλάδα.

Επομένως οι Έλληνες που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό και θέλουν να αλλάξουν το ονοματεπώνυμό τους για πρακτικούς λόγους, τους δίνεται μια μεγάλη ευκαιρία να το κάνουν πρώτα εκεί

οπότε πολύ εύκολα μετά μπορεί να ακολουθήσει και η αλλαγή των στοιχείων τους και στην Ελλάδα.

Εφόσον αλλαξουν τα στοιχεία τους στο εξωτερικό, προσφεύγουν πάλι δικαστικά για την αναγνώριση αυτή την φορά της ισχύς της αλλοδαπής διοικητικής πράξης της αλλαγής του ονόματος ή του

επωνύμου στην χώρα μας.

Η αίτηση γίνεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο, και αυτή τη φορά το δικαστήριο είναι σχεδόν υποχρεωμένο να δεχθεί τις αλλαγές και να τροποποιήσει όλα τα δημόσια έγγραφα του αιτούντος είτε

πρόκειται για κύριο όνομα είτε και επώνυμο.

Ειδικά στην Μεγάλη Βρετανία η αλλαγή του ονόματος ή του επωνύμου γίνεται με μια απλή αίτηση και δύο μάρτυρες. Η απόφαση αλλαγής του ονοματεπωνύμου ονομάζεται «deedpoll» και

αναγνωρίζεται στην Ελλάδα ως διοικητική πράξη που έχει ισχύ και εφαρμόζεται στην χώρα μας.

Έτσι πολύ απλά και εύκολα αν κάποιος μπορεί να αλλάξει τα στοιχεία του στην Αγγλία, μετά μπορεί να τα αλλάξει και εδώ.

Με τον ίδιο τρόπο και οι αλλοδαποί που δεν έχουν ελληνική ληξιαρχική πράξη στην Ελλάδα, αν μπορούν να αλλαξουν τα στοιχεία τους στην χώρα καταγωγής τους, τότε μετά μπορούν με

δικαστική αίτηση να ζητήσουν και να πετύχουν την αναγνώριση της αλλαγής αυτής και στην Ελλάδα.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

 

Τον τελευταίο καιρό επικρατεί γύρω μας μία τρομοκρατία και πολλοί νομίζουν ότι θα ξυπνήσουν ένα πρωι και η τράπεζα θα τους έχει αρπάξει το σπίτι.

Τα ΜΜΕ για τους δικούς τους λόγους ενισχύουν αυτή την άποψη, εγκαταλείποντας τους πολίτες στην άγνοια και τον φόβο τους.

Τα πράγματα φυσικά δεν είναι καθόλου έτσι. Ο πλειστηριασμός είναι το τελευταίο και έσχατο στάδιο μιας αρκετά χρονοβόρας διαδικασίας που έχει προηγηθεί.

Ας ξεκινήσουμε όμως από την αρχή. Για να φτάσει ένα σπίτι ή ένα αυτοκίνητο να βγει σε πλειστηριασμό ή για να γίνει κατάσχεση τραπεζικού λογαριασμού θα πρέπει να έχει υπάρξει κάποια οφειλή μας, την οποία δεν έχουμε εξυπηρετήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οι περισσότερες οφειλές αυτή την περίοδο προέρχονται είτε από δάνεια προς τράπεζες είτε από ασφαλιστικές μας εισφορές που δεν έχουμε καταβάλει για πολλά πολλά χρόνια στο δημόσιο.

Σε κάθε περίπτωση όμως είτε πρόκειται για τράπεζα είτε για το δημόσιο, υπάρχει μια συγκεκριμένη, υποχρεωτική διαδικασία που ακολουθείται για την διεκδίκηση και είσπραξη της οφειλής.

Από την μεριά μας το πρώτο μας μέλημα θα πρέπει να είναι όταν αντιληφθούμε την έναρξη αυτής της διαδικασίας, να επισκεφτούμε τον/την δικηγόρο μας για να μας ενημερώσει και κατευθύνει ώστε να μην χάσουμε τα δικαιώματά μας.

Έτσι, η τράπεζα ξεκινά με μια ενημερωτική επιστολή στην οποία μας ειδοποιεί ότι έχουμε καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση του δανείου. Αυτό είναι ένα στάδιο όπου χτυπάνε σε μας τα πρώτα καμπανάκια κινδύνου. Μπορούμε στο στάδιο αυτό να επιδιώξουμε μια ρύθμιση με την τράπεζα. Προσοχή όμως η ρύθμιση θα πρέπει να γίνει σε υποκατάστημα και όχι τηλεφωνικά και προφορικά, με υπογραφή και αντίγραφο της συμφωνίας. Πριν την υπογραφή της ρύθμισης θα πρέπει να είστε σίγουροι ότι είναι μια συμφέρουσα για σας συμφωνία και ότι μπορείτε να την εξυπηρετήσετε ΓΙΑ ΟΛΟ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ.

Αν σε αυτό το στάδιο δεν γίνει τίποτα, η τράπεζα στέλνει εξώδικο, όπου καταγγέλλει την δανειακή σύμβαση. Κλείνει δηλαδή τον λογαριασμό. Μην βάζετε μετά την καταγγελία χρήματα στον λογαριασμό, διότι θα πληρώνετε μόνο τόκους υπερημερίας.

Πάλι μπορείτε να κάνετε ρύθμιση ακολουθώντας τις παραπάνω οδηγίες.

Το εξώδικο είναι το πρώτο τυπικό και απαραίτητο στοιχείο για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Της δικαστικής απόφασης δηλαδή μέσω της οποίας η τράπεζα μπορεί να επισπεύσει την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό του ακινήτου ή του τραπεζικού λογαριασμού σας.

Η διαταγή πληρωμής επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στον οφειλέτη. ¨Όταν πάρουμε την διαταγή πληρωμής στα χέρια μας, δεν την πετάμε σε μια γωνιά επειδή έχουμε κατάθλιψη ή φοβόμαστε τι θα διαβάσουμε ή επειδή έχουμε κάτι άλλο να κάνουμε και την ξεχνάμε… Αμέσως ΤΡΕΧΟΥΜΕ σε δικηγόρο!! Και τούτο διότι ο νόμος προβλέπει ότι από την επίδοση της δγης πληρωμής στον οφειλέτη, αυτός έχει το δικαίωμα να την προσβάλει μέσα σε 15 εργάσιμες ημέρες με ανακοπή που κατατίθεται στο δικαστήριο. Μετά την πάροδο των 15 ημερών ο οφειλέτης ΧΑΝΕΙ ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ να προσβάλει την δανειακή σύμβαση και την οφειλή σε όλο της το εύρος. Με την ανακοπή επικαλούμαστε λόγους πραγματικούς και νομικούς, οι οποίοι αν γίνουν δεκτοί μπορεί και να απορρίψουν την οφειλή στο σύνολό της ώστε να απαλλαγούμε από αυτή.

Επίσης σε πρακτικό επίπεδο η ανακοπή συζητείται σε αρκετούς μήνες μετά την κατάθεσή της. Άρα αν το μοναδικό περιουσιακό μας στοιχείο είναι η κατοικία μας, αυτό δεν μπορεί να εκπλειστηριάστε μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής μας. Αν έχουμε κι άλλα περιουσιακά στοιχεία υποχρεωτικά θα πρέπει να κάνουμε και αίτηση αναστολής ώστε να παγώσει και προς αυτά η κατάσχεση.

Αν η ανακοπή μας δεν γίνει δεκτή, έχουμε δικαίωμα έφεσης, άρα συνεχίζεται το πάγωμα του πλειστηριασμού.

Σε περίπτωση που δεν ασκήσουμε ανακοπή ή αν αυτή απορριφθεί σε κάθε περίπτωση, πριν την διαδικασία του πλειστηριασμού ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να προσβάλει πάλι με ανακοπές και αναστολές την τιμή του ακινήτου, το πρόγραμμα του πλειστηριασμού κ.τ.λ. Βέβαια, εδώ οι προθεσμίες είναι πολύ σύντομες και δεν αφορούν πλέον την ουσία της δανειακής σύμβασης αλλά μόνο τυπικά θέματα και ουσιαστικά το μόνο που επιτυγχάνουν είναι την καθυστέρηση της διαδικασίας και όχι την απαλλαγή της κατοικίας μας από τον πλειστηριασμό.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τις οφειλές μας προς το δημόσιο. Και σε αυτήν την περίπτωση έχουμε δικαίωμα ανακοπής. Με το δημόσιο υπάρχει μια σημαντική διαφορά που πρέπει να προσέξουμε. Κάθε δημόσια αρχή λειτουργεί διαφορετικά ως προς την έναρξη διεκδίκησης των οφειλομένων και σε κάθε περίπτωση η δικονομική άμυνα του οφειλέτη είναι διαφορετική.

Έτσι όταν πρόκειται για οφειλές προς το δημόσιο, προσφεύγουμε στον δικηγόρο μας άμεσα, ό,τι έγγραφο και αν μας κοινοποιηθεί, διότι μόνο αυτός, μπορεί να το αξιολογήσει και να μας συμβουλεύσει με ποιον τρόπο θα πρέπει να κινηθούμε για να μπορέσουμε αν είναι δυνατόν να ανατρέψουμε την οφειλή.

Σημειωτέον ότι το δημόσιο διεκδικεί οφειλές που έχουν παραγραφεί κανονικά. Αν όμως δεν γίνουν από τον οφειλέτη οι κατάλληλες ενέργειες ΕΜΠΡΟΘΕΣΜΑ χάνεται το δικαίωμα της ένστασης παραγραφής και επομένως της διαγραφής μέρους της οφειλής.

Μία άλλη λύση γι’αυτούς που έχουν τις προϋποθέσεις είναι ή ένταξη τους στο ν. Κατσέλη.

Αυτό που θα ήθελα να γίνει κατανοητό και πάντα φωνάζω είναι ότι έχετε δικαιώματα, αλλά υπάρχει χρονικός περιορισμός στην άσκησή τους. Αν κινηθείτε λοιπόν άμεσα και μέσα στους δικονομικούς χρόνους, τότε δεν θα είστε τόσο αβοήθητοι απέναντι στους δανειστές σας. Δεν θα είστε άοπλοι. Αντιθέτως υπάρχει πιθανότητα να βγείτε κερδισμένοι. Αν δεν μείνετε με σταυρωμένα τα χέρια τότε θα είστε σίγουρα χαμένοι και θα βλέπετε τους κόπους σας να βγαίνουν στο σφυρί…

Είναι σαφές ότι τα δικαστήρια έχουν κάποιο κόστος και δεν είναι εύκολο να παρθεί η απόφαση να κινηθεί κάποιος με αυτόν τον τρόπο. ¨Όμως αν δεν γίνει καμία από τις ανωτέρω ενέργειες, όπως είναι σαφές, ο οφειλέτης αποδυναμώνεται τελείως, χάνει όλα του τα δικαιώματα και η τράπεζα είναι η απόλυτη και κυρίαρχη δύναμη, ενώ στην πραγματικότητα οι πράξεις της ακυρώνονται με σωρεία δικαστικών αποφάσεων ως παράνομες, καταχρηστικές και κακόπιστες.

 

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 

More Articles ...

e horos logo