Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια.

Η απαίτηση του κάθε συζύγου είναι, κατ` αρχήν, χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση. Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής. Για την εξεύρεση όμως της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής.

Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής. Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμηση τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο είναι:

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων,

β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου

γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και

δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου.

Ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται ή περιουσία, ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο φερόμενος δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση έγιναν δεκτά τα εξής από το Εφετείο που δίκασε σε δεύτερο βαθμό αγωγή του ενάγοντος συζύγου κατά της εναγομένης συζύγου του. Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο το 2000, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε συναινετικά. Κατά το χρόνο της τέλεσης του γάμου τους η εναγομένη σύζυγος δεν είχε περιουσία και ήταν άνεργη. Ο ενάγων εργαζόταν αρχικά, από το έτος 1995 και μέχρι το 2008 ως προϊστάμενος ασφαλείας και το 2008 προσλήφθηκε ως βοηθός υγειονομικού προσωπικού σε Νοσοκομείο. Η εναγομένη τα πρώτα χρόνια του γάμου δεν εργάσθηκε, πέρα από ένα εξάμηνο του έτους 2001, κατά τη διάρκεια του οποίου έκανε πρακτική άσκηση σε ένα λογιστικό γραφείο και απασχολήθηκε με μειωμένο ωράριο ως υπάλληλος σε κατάστημα. Περίπου ένα έτος μετά τη γέννηση της κόρης τους, δηλαδή το 2003, η εναγομένη άρχισε να εργάζεται σε εταιρεία. Τα ετήσια εισοδήματα του ενάγοντος από την εργασία του υπερείχαν πάντοτε αυτών της εναγομένης. Συγκεκριμένα το σύνολο των εισοδημάτων του ενάγοντος, καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης, ανήλθαν στο ποσόν των 136.939,32 και αυτών της εναγομένης στο ποσόν των 58.590 ευρώ. Λίγους μήνες μετά την τέλεση του γάμου, με συμβόλαιο γονικής παροχής, η εναγομένη απέκτησε ένα οικόπεδο έκτασης 3 στρεμματων. Το επόμενο έτος οι διάδικοι αποφάσισαν να ανεγείρουν μονοκατοικία επί του οικοπέδου της εναγομένης ώστε να αποκτήσουν ιδιόκτητη οικογενειακή στέγη και εκδόθηκε μετά από κοινή αίτησή τους οικοδομική άδεια. Τα έξοδα για την έκδοση αυτής, τη σύνταξη του τοπογραφικού και την αμοιβή της μηχανικού, ανερχόμενα στο ποσό των 2.000 ευρώ, καταβλήθηκαν από τον ενάγοντα. Για την περαιτέρω χρηματοδότηση της ανέγερσης της οικοδομής η εναγομένη έλαβε δάνειο ποσού 58.694 ευρώ στο οποίο ο ενάγων υπέγραψε ως εγγυητής. Το δάνειο εκταμιεύθηκε στο όνομα της εναγομένης, διότι αυτή ήταν η κυρία του οικοπέδου αλλά για την έγκρισή του ελήφθη υπόψη η οικονομική κατάσταση και δη το εισόδημα του ενάγοντος, δοθέντος ότι η εναγομένη τότε δεν εργαζόταν. Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε σταδιακά με την πρόοδο των εργασιών. Η ανεγερθείσα οικία αποτελείται από ισόγειο, υπόγειο και βοηθητικούς χώρους. Το κόστος για την ανέγερση της παραπάνω οικίας και τη διαμόρφωση και αξιοποίηση του περιβάλλοντα χώρου, ανήλθε στο ποσόν των 100.000 ευρώ. Εξ αυτών το ποσόν των 58.694 ευρώ προήλθε από το δάνειο, τις δόσεις του οποίου κατέβαλε η εναγομένη, αρχικά με τη βοήθεια του πατέρα της, καθόσον η ίδια ήταν άνεργη, από το έτος όμως 2003 και μετά, που αυτή άρχισε να εργάζεται, τις κατέβαλε από τα εισοδήματά της από την εργασία της. Το υπόλοιπο ποσόν το συνεισέφερε ο ενάγων. Ειδικότερα, ο ενάγων δαπάνησε για την ανέγερση και αποπεράτωση της ως άνω οικίας το ποσόν των 15.000 ευρώ, το οποίο προήλθε από ισόποση δωρεά της μητέρας του προς αυτόν και το ποσόν των 21.306 ευρώ το οποίο προήλθε από τα εισοδήματα από την εργασία του. Επίσης αποδείχθηκε ότι επειδή δεν υπήρχαν επαρκείς οικονομικοί πόροι για την πρόσληψη εργατών για όλες τις απαιτούμενες εργασίες, ο ενάγων προσέφερε προσωπική εργασία για την αποπεράτωση της οικίας και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Εργάστηκε για τη διαμόρφωση του λεβητοστασίου, του χώρου στάθμευσης των οχημάτων, την κατασκευή του πλακόστρωτου διαδρόμου πέριξ της οικίας, των φρεατίων για τα όμβρια ύδατα και την περίφραξη του οικοπέδου. Ασχολήθηκε δηλαδή με τις χειρωνακτικές εργασίες που απαιτούνταν για την εκτέλεση των παραπάνω κατασκευών, δηλαδή με την παρασκευή σκυροδέματος, τη μεταφορά και την τοποθέτηση των οικοδομικών υλικών ενώ τέλος χρωμάτισε τα κιγκλιδώματα της οικίας τους. Λαμβανομένου υπόψη ότι εργαζόταν, δεν είχε την ευχέρεια να προσφέρει την κατά τα ανωτέρω εργασία του επί 8 ώρες ημερησίως αλλά εργαζόταν αναλόγως της κάθε φοράς δυνατότητάς του. Η εργασία του αυτή αποτιμώμενη σε μισθωτή εργασία αντιστοιχεί σε 100 ημερομίσθια ποσού 30 ευρώ καθένα, δηλαδή η αξία της υπολογίζεται στο ποσόν των 3.000. Σημειωτέον ότι η παροχή των παραπάνω υπηρεσιών του ενάγοντος δεν επιβάλλονταν από την υποχρέωση συνεισφοράς του στις οικογενειακές ανάγκες και ήταν πέραν αυτής. Επομένως, η αποτίμηση της συμβολής του ενάγοντος στην κατασκευή της παραπάνω οικίας που αποτελεί και τη μοναδική περιουσία της εναγομένης κατά το κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανέρχεται στο συνολικό ποσόν των 41.306 (2.000 + 15.000 + 21.306 + 3.000) ευρώ. Με αναγωγή δε σε ποσοστό επί τοις εκατό ο ενάγων συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά 41,30%. Περαιτέρω, η αξία της περιουσίας της εναγομένης κατά τον χρόνο που η απόφαση της λύσης του γάμου των διαδίκων κατέστη αμετάκλητη, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, ανερχόταν στην κατά το χρόνο εκείνο αξία της άνω οικίας, ανερχομένης στο ποσό των 150.000 ευρώ (μη συμπεριλαμβανομένης στο παραπάνω ποσόν της αξίας του οικοπέδου το οποίο ως προϊόν γονικής παροχής δεν συνυπολογίζεται), αφαιρουμένου του ποσού των 25.000 ευρώ που αποτελεί το υπόλοιπο του δανείου, με την καταβολή του οποίου βαρύνεται η εναγομένη. Επομένως, η συμμετοχή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 51.625 ευρώ (150.000 - 25.000 = 125.000 X 41,30%), ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει η εναγομένη στον ενάγοντα νομιμότοκα από την άσκηση της αγωγής.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

 

                          ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

                        Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

              Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

     e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

       www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Συμβαίνει πολύ συχνά η αναζήτηση και αγορά μεταχειρισμένου αυτοκίνητου για λόγους οικονομικούς. Είναι δε γνωστό, ότι στο παρελθόν έχει συμβεί και αποκαλυφθεί ότι τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα έχουν πραγματικά ελαττώματα άλλοτε σοβαρά που επηρεάζουν ακόμα και την ίδια την ασφάλεια του αυτοκινήτου και άλλοτε όχι τόσο σοβαρά αλλά αν ήταν γνωστά η πώληση να μην είχε πραγματοποιηθεί ή να γινόταν με χαμηλότερο τίμημα όπως, π.χ. με τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που φέρονται να έχουν πειραγμένο χιλιομετρητή.

Νομικά, επί πωλήσεως πράγματος που έχει έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή κρυμμένο πραγματικό ελάττωμα, ο πωλητής έχει ευθύνη έναντι του αγοραστή, για αντικατάσταση του κατ' είδος ορισμένου πωληθέντος ελαττωματικού πράγματος ή για μείωση του τιμήματος ή και αποζημίωση του αγοραστή για την ζημία την οποία υπέστη, συνεπεία της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας ή την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος. 

           Σε περίπτωση, που κατά το χρόνο της αγοράς του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου στον αγοραστή, υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται:

Α) να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες,

Ή

Β) να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.

Επιπρόσθετα, όταν υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους.

Πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγοράς του και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού.

Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκεια της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της.

Η παροχή πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή χωρίς τις ως άνω ιδιότητες και με πραγματικά ελαττώματα είναι θεμελιωτική της ευθύνης λόγω μη εκπληρώσεως και παρέχει στον αγοραστή και το δικαίωμα να αξιώσει, τη διόρθωση του πράγματος ή τη μείωση του τιμήματος. Το δικαίωμα μειώσεως του τιμήματος μπορεί να ασκηθεί είτε δικαστικά με αγωγή είτε εξώδικα με σχετική μονομερή και άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή, η οποία διαπλάσσει τη νέα έννομη κατάσταση και επιφέρει τα ενοχικά αποτελέσματα της από τη χρονική στιγμή που θα περιέλθει στον πωλητή. Έκτοτε, ο τελευταίος υποχρεούται, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εφόσον το τίμημα κατεβλήθη ολοσχερώς από τον αγοραστή, να επιστρέφει σ' αυτόν το τμήμα εκείνο του τιμήματος κατά το οποίο μειώθηκε τούτο με την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος (αγωγής ή εξωδίκου).

Περαιτέρω, μπορεί να υπάρξει και επιπλέον υποχρέωση του πωλητή να αποζημιώσει τον αγοραστή και να ικανοποιήσει την ηθική του βλάβη, όταν η ζημία (θετική ή αποθετική) προκλήθηκε παρά το νόμο από πράξη ή παράλειψη, η οποία οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του πωλητή και εφόσον υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της ζημίας, που επήλθε.

Η ζημία είναι παράνομη όταν με την πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου προσβάλλεται δικαίωμα ή και απλό συμφέρον του παθόντος, προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάσθηκε. Μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία, ώστε να δικαιολογεί περαιτέρω αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι ωστόσο δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον να μην προκαλεί κανείς υπαιτίως ζημία σε άλλον. Ειδικότερα, όταν υπάρχει ενδοσυμβατική ευθύνη για πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος, για τη θεμελίωση και αδικοπρακτικής ευθύνης του πωλητή, θα πρέπει η ύπαρξη του ελαττώματος να αποδίδεται σε υπαίτια συμπεριφορά του, όπως συμβαίνει όταν αυτός με πρόθεση επιδιώκει να δημιουργήσει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη εντύπωση στον αγοραστή, αναφορικά με την ανυπαρξία πραγματικού ελαττώματος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή με την απόκρυψη των αληθινών γεγονότων.

          Στην προκειμένη περίπτωση δυνάμει σύμβασης πωλήσεως, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος αγοραστή και της εναγομένης πωλήτριας, η τελευταία μεταβίβασε του την κυριότητα, ενός επιβατικού μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 14.450 ευρώ. Κατά την κατάρτιση της άνω συμβάσεως πωλήσεως η εναγομένη υποσχέθηκε στον αγοραστή την πλήρη και κανονική λειτουργία του άνω αυτοκινήτου, απαλλαγμένου τούτου πραγματικών ελαττωμάτων, που θα μείωναν την αξία και την χρησιμότητα του και ότι αυτό έφερε όλες τις συνομολογημένες ιδιότητες του, με βάση το εργοστάσιο κατασκευής του, τον τύπο του και την όλη λειτουργικότητα του, πιστοποιώντας σε ειδικό βιβλίο της ότι εγγυάται για διάστημα τριών (3) ετών, την ανυπαρξία σκουριάς στο αμάξωμα του οχήματος, το ότι αυτό ήταν ατρακάριστο, ότι δεν έφερε καμία μηχανική βλάβη και ότι είχε υποστεί βιολογικό καθαρισμό.

Όμως το άνω αυτοκίνητο κατά την πώληση του έφερε πραγματικό ελάττωμα κεκαλυμμένο και δη βλάβη στον κινητήρα του, η οποία εμφανίστηκε τρεις μήνες από το χρόνο της πώλησης του και είχε ως συνέπεια την πρόκληση και περαιτέρω ζημιών του. Συγκεκριμένα ο ενάγων ξεκίνησε να οδηγεί το ως άνω αυτοκίνητο με συνεπιβάτες τη σύζυγο του και τον υιό τους. Φθάνοντας στην Αττική οδό, στο ύψος της διαδρομής κοντά στο Μαρούσι, η θερμοκρασία εντός του αυτοκινήτου έφθασε σε σημείο ανυπόφορο και τα ηλεκτρολογικά του συστήματα επεδείκνυαν με ανάλογο φωτισμό μηχανική βλάβη, οπότε ο ενάγων σταμάτησε το όχημα σε παρακείμενο χώρο για να μην υποστεί περαιτέρω απρόβλεπτες ζημίες και κάλεσε την οδική βοήθεια της Αττικής οδού. Ο τεχνικός που κατέφθασε είπε στον ενάγοντα και την οικογένεια του ότι μάλλον είχε καεί η φλάντζα του αυτοκινήτου, ότι είχαν χυθεί σε όλο το χώρο της μηχανής του υγρά του ψυγείου της από την υπερθέρμανση και ότι αυτό δεν μπορούσε να κινηθεί αυτοδυνάμως. Κατόπιν τούτου το παραπάνω αυτοκίνητο μεταφέρθηκε με γερανοφόρο όχημα προς επισκευή στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο της αντιπροσωπείας CITROEN, με τον διακριτικό τίτλο «Ωμέγα Ελλάς», της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «... Ε.Π.Ε.», όπου διαπιστώθηκαν εκτεταμένες βλάβες του και δη προϋπάρχουσα βλάβη του κινητήρα του, που εμφάνισε στρέβλωση του συστήματος μπλοκαρίσματος του, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η κίνηση του χωρίς τριβή των εσωτερικών τμημάτων της μηχανής του και από το απότομο και ανεξέλεγκτο ανέβασμα της θερμοκρασίας του αυτοκινήτου, να υφίσταται κίνδυνος της ανά πάσα στιγμή ανάφλεξης του. Κατά σύσταση του άνω συνεργείου το αυτοκίνητο έπρεπε να μεταφερθεί στο συνεργείο της εναγομένης, προκειμένου να επισκευασθεί με έξοδα και δαπάνες της τελευταίας, με βάση την τριετή εγγύηση, που είχε χορηγήσει στους άνω αγοραστές για την καλή μηχανική λειτουργία του αυτοκινήτου κατά την πώληση του και ότι η ζημία του καλυπτόταν απ' αυτήν. Πράγματι το άνω αυτοκίνητο μεταφέρθηκε με γερανό στο συνεργείο της εναγομένης, για να επισκευασθεί με έξοδα και δαπάνες της, πλην όμως, παρότι το αυτοκίνητο παρέμεινε εκεί επί 27 ημέρες, η εναγομένη αδιαφορώντας δεν προέβη σε επισκευή του, οπότε ο ενάγων αναγκάστηκε να μεταφέρει εκ νέου το αυτοκίνητο στο άνω εξουσιοδοτημένο συνεργείο CITROEN προς επισκευή του, για την οποία καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 3.200 ευρώ.

Συγκεκριμένα για αγορά των ανταλλακτικών, ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των 2.318,60 € και για την εκτέλεση των εργασιών, κατέβαλε το ποσό των 881,40 €. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι παρά την επισκευή του αυτοκινήτου, εξαιτίας του άνω ελαττώματος του και λαμβανομένων υπόψη του ύψους, της φύσης, του είδους και της έκτασης των προκληθεισών εξαιτίας του άνω ελαττώματος ζημιών του, υπέστη μείωση της αγοραστικής του αξίας, η οποία εκτιμάται στο ποσό των 600 ευρώ. Η εναγομένη ως εταιρεία ειδικευμένη στην πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, γνώριζε ότι το αυτοκίνητο έφερε σοβαρό μηχανικό ελάττωμα κατά την πώληση του, που μπορούσε να διαπιστωθεί από τους τεχνικούς συμβούλους της, με απλό έλεγχο της μηχανής του οχήματος, ώστε αυτό ή να επιδιορθωθεί πρώτα και μετά να πωληθεί ή να μειωθεί η αξία πωλήσεως του, κατά το ποσό που το τίμημα εκ των πραγμάτων θα απομειωνόταν, με βάση τη δαπάνη αποκαταστάσεως του πραγματικού ελαττώματος, που αυτό έφερε και έπρεπε πριν την πώληση, με βάση την καλή συναλλακτική πίστη, τα χρηστά ήθη και την συναλλακτική ευθύτητα, να επιδιορθωθεί. Η εναγομένη ευθύνεται από την σύμβαση για το κρυμμένο ελάττωμα που έφερε το αυτοκίνητο κατά την πώληση του, που διαπιστώθηκε εντός εξαμήνου και συνεπώς, τεκμαίρεται ότι υπήρχε κατά την παράδοση αυτού και πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλλει στον ενάγοντα-αγοραστή του επίδικου αυτοκινήτου ανάλογη αποζημίωση. Τέλος, αποδείχθηκε ότι από την ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία πέραν του ότι αποτελεί αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης, συνιστά και αδικοπραξία, καθόσον αυτή αν και γνώριζε κατά το χρόνο παράδοσης του αυτοκινήτου στον ενάγοντα - αγοραστή την ύπαρξη του ανωτέρω πραγματικού ελαττώματος, εντούτοις δολίως το απέκρυψε και παριστάνοντας του ψευδή γεγονότα ως αληθή πέτυχε να της καταβάλει ο ενάγων-αντισυμβαλλόμενός της το άνω ποσό του τιμήματος κατά το ανάλογο ποσοστό της συγκυριότητας του. Εξαιτίας της άνω αδικοπραξίας της εναγομένης, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας, πρέπει να ανέλθει στο ποσό των 600 ευρώ.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

                          ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

                        Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

              Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

     e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

       www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

      Ο διαθέτης, (δηλαδή αυτός που γράφει την διαθήκη) με την διαθήκη του, μπορεί να στερήσει τον κατιόντα του (τέκνο ή εγγόνι του) ή τον/την συζυγό του από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας, για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ λόγους, εκθέτοντας τον αναλυτικά στη διαθήκη και ο οποίος πρέπει να είναι υπαρκτός κατά τη σύνταξη αυτής.

      Οι λόγοι αποκληρώσης κατιοντα είναι οι εξής κάτωθι και μόνο:Αν ο κατιών

      1. επιβουλεύθηκε τη ζωή του διαθέτη, του συζύγου ή άλλου κατιόντος του διαθέτη,

      2. προκάλεσε με πρόθεση σωματικές κακώσεις στο διαθέτη ή στο σύζυγό του, από τον οποίο κατάγεται ο κατιών,

      3.έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη ή του συζύγου του. Δεν απαιτείται να έχει καταδικασθεί ο κατιών (όπως είναι και το θετό τέκνο του διαθέτη) από ποινικό δικαστήριο, πλην όμως το πολιτικό δικαστήριο, που ερευνά το λόγο της αποκλήρωσης, εξετάζει παρεμπιπτόντως αν συντρέχουν τα στοιχεία κακουργήματος ή πλημμελήματος με την έννοια που λαμβάνονται στο ποινικό δίκαιο. Το δικαστήριο κρίνει εάν το πλημμέλημα είναι "σοβαρό", με βάση την εκάστοτε κρατούσα ηθική και κοινωνική αντίληψη, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Έτσι, "σοβαρό" πλημμέλημα από πρόθεση ικανό να θεμελιώσει τον πιο πάνω λόγο αποκλήρωσης είναι, μεταξύ άλλων, η σκαιά ύβρις, η χειροδικία, η απειλή χειροδικίας κ.α. κατά του διαθέτη ή του συζύγου του (ΑΠ 1406/2012).

      4. αθέτησε κακόβουλα την υποχρέωση που είχε από το νόμο να διατρέφει το διαθέτη,

      5.ζει βίο άτιμο ή ανήθικο, παρά τη θέληση του διαθέτη. Η αποκλήρωση για το λόγο αυτό είναι άκυρη, αν ο κατιών κατά το θάνατο του διαθέτη είχε οριστικά εγκαταλείψει τον άτιμο ή ανήθικο βίο.

      Εξάλλου, για να είναι έγκυρη η αποκλήρωση, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

      α) να γίνει με διαθήκη

      β) να υπάρχει βούληση του διαθέτη να στερήσει τον κατιόντα του από τη νόμιμη μοίρα του, η οποία μπορεί να έχει διατυπωθεί ρητά (με τον όρο "αποκληρώνω" ή "στερώ από τη νόμιμη μοίρα, ενδέχεται, όμως, και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης

      γ) να συντρέχει λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840ΑΚ, των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του κατιόντος προς το διαθέτη και την οικογένεια του

      δ) να αναφέρεται ο λόγος αποκλήρωσης στη διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, ως προς το ποιον λόγο αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης

      ε) να υφίσταται ο λόγος αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι το θάνατο του διαθέτη και

      στ) να μην έχει δοθεί συγγνώμη εκ μέρους του τελευταίου.

      Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει, όταν η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο ή όταν ο λόγος της αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός ή έγινε για λόγο, για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ισχύει ως αποκλεισμός του μεριδούχου από την εξ αδιαθέτου διαδοχή.

      Κατά συνέπεια, ο αποκληρωθείς λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, διότι κατά το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου της διαθήκης (ΑΠ 1349/2005).

      Σε περίπτωση δε αποκλήρωσης, ο αποκληρωθείς μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της αβασιμότητας- αναλήθειας και ανυπαρξίας των αναφερομένων στη διαθήκη λόγων αποκλήρωσης και, επομένως, ακυρότητας της διάταξης περί αποκλήρωσης, με σκοπό την αναγνώριση περαιτέρω του κληρονομικού του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας (ΑΠ 766/2004).

      Εφόσον αναγνωρισθεί τελεσιδίκως η ακυρότητα αυτή ο μεριδούχος λαμβάνει αυτοδικαίως το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του επί της κληρονομιάς του διαθέτη ή το ελλείπον και όχι την εξ αδιαθέτου μερίδα του, αφού σκοπός του διαθέτη με την αποκλήρωση είναι να στερήσει στο νόμιμο μεριδούχο το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του (ΟλΑΠ 935/75, ΑΠ 129/91).

      Γενικά, δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας, ήτοι στο 1/2 της εξ αδιαθέτου μερίδας, ο μεριδούχος συντρέχει αυτοδικαίως εκ του νόμου, ως κληρονόμος στο σύνολο της κληρονομιάς και έχει εμπράγματο δικαίωμα, κατά το ανωτέρω ποσοστό, εφ` όλων των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή, εκτός αν με παροχές στη ζωή έχει καλυφθεί το ως άνω ποσοστό της νόμιμης μοίρας.

      Περαιτέρω, σε περίπτωση που υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα εκ διαθήκης, εκείνος που έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά (μεριδούχος) δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα, η οποία (διαθήκη) κατά το μέρος αυτό είναι άκυρη. Ο μεριδούχος μπορεί να αντιτάξει το δικό του εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα έναντι του εκ διαθήκης κληρονόμου, του οποίου η εγκατάσταση περιορίζεται, κατόπιν αυτού, στο μέρος που δεν προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα.

      Ειδικότερα, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή, συνυπολογίζονται όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομιάς και οι δαπάνες της κηδείας του κληρονομουμένου και της απογραφής της κληρονομιάς. Ακολούθως, προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και, επίσης, οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προστίθενται στην κληρονομιά, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Οι δωρεές προστίθενται, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί ο τύπος της δωρεάς.

      Έτσι, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας μεριδούχου (κατιόντων και γονέων του κληρονομουμένου, καθώς και του επιζώντος συζύγου):

      α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Εξεύρεση της αξίας της κληρονομιάς "με εκτίμηση" σημαίνει ότι, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ως αξία της κληρονομιάς δεν νοείται η αγοραία αξία, αλλά η πραγματική αξία αυτής, η οποία εξευρίσκεται με εκτίμηση, η οποία, σε ομαλές οικονομικές συνθήκες, συμπίπτει, κατά κανόνα, με την αγοραία αξία. Ειδικότερα δε, εφόσον πρόκειται να υπολογιστεί η αξία της οικοσκευής του κληρονομουμένου, που αποτελείται από διάφορα αντικείμενα (π.χ. έπιπλα, αντίκες, διακοσμητικά αντικείμενα, σερβίτσια, ασημικά, κοσμήματα κ.λ.π.) πρέπει να προσδιορίζεται η αξία καθ` ενός αντικειμένου χωριστά

      β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς τα χρέη της και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς,

      γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν, οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους,

      δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα που προσδιορίστηκε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου,

      ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) αφαιρείται η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά και

      στ) αν προκύπτει ότι τίποτε δεν έχει καταλειφθεί σ` αυτόν, σχηματίζεται ένα κλάσμα, με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία, χωρίς αφαίρεση χρεών και δαπανών, θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας του.

      Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός, που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει, έτσι, τη νόμιμη μοίρα του. Κατά το ποσοστό αυτό, ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος σε όλα τα κληρονομιαία πράγματα.

      Τέλος, καταλογίζεται στη νόμιμη μοίρα, με την αξία που είχε όταν έγινε, η προίκα (για τη σύσταση της οποίας απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου) και οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε εν ζωή στο μεριδούχο με τον όρο να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

                     ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

           Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

   e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, info@legalaction.gr

   www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Βροχή πέφτουν τα πρόστιμα πλέον στις επιχειρήσεις εστίασης αλλα και σε άλλες εμπορικές επιχειρήσεις για την μη τήρηση των μέτρων προστασίας από τον covid 19, μέτρα που θεσπίστηκαν με υπουργικές αποφάσεις σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Μέτρα που είναι εξοντωτικά οικονομικά για τις επιχειρήσεις που προσπαθούν κυριολεκτικά να επιβιώσουν υπό τις παρούσες συνθήκες.

Η επιβολή του προστίμου δίνει στον ιδιοκτήτη της κάθε επιχείρησης το δικαίωμα να το προσβάλλει με την διαδικασία της υποβολής αντιρρήσεων εντός 5 ημέρων από την επιβολή του προστίμου.

Όπως είναι φυσικό, ο Δικαστής πάντα εξετάζει και θεωρεί αληθές το περιεχόμενο του Δελτίου Ελέγχου που συντάσσεται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα. Επομένως ό,τι γραφτεί ή δεν γραφτεί εκεί είναι σημαντικό για την τύχη και την θετική ή όχι έκβαση των υποβαλλόμενων αντιρρήσεων.

Σε σχετικές με πρόστιμα αποφάσεις οι δικαστές φαίνεται να αιτιολογουν την απόρριψη των αντιρρήσεων, με το επιχείρημα ότι κατά τον έλεγχο, δεν εκφράστηκαν αυτές οι διαφωνίες.

Μάλιστα σε μία περίπτωση που ο αντιλέγωνέχει κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφέ-μπαρ) στο οποίο πραγματοποιήθηκε έλεγχος από όργανα της Μονάδας Επιθεωρήσεων και Ελέγχων της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, σε συνεργασία με όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας, και διαπιστώθηκε, όπως προκύπτει από το σώμα της προσβαλλόμενης πράξης, ότι δεν τηρούταν η αναλογία ατόμων ανά τ.μ. ωφέλιμης επιφάνειας, καθόσον, αν και βάσει της σχετικής Σύμβασης Παραχώρησης Δικαιώματος Απλής Χρήσης Αιγιαλού και Κοινόχρηστης Παραλίας ηαδειοδοτημένηεπιφάνεια του καταστήματος είναι 56,91 τ.μ., καταμετρήθηκαν στον χώρο αυτό 65 άτομα-πελάτες, παρουσία του ιδιοκτήτη -αντιλέγοντος.

Κατόπιν τούτου, με απόφαση της Ε.Α.Δ., την οποία παρέλαβε ανεπιφύλακτα ο αντιλέγων, επιβλήθηκε σε βάρος του πρόστιμο ύψους 3.000 ευρώ και αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης του για χρονικό διάστημα 15 εργάσιμων ημερών, λόγω παράβασης των σχετικών διατάξεων.

Ο αντιλέγωνπρόβαλε στις έγγραφες αντιρρήσεις του ότι κατά τη στιγμή του ελέγχου στο κατάστημα του, που λειτουργεί σε υπαίθριο χώρο μπροστά στη θάλασσα επί πεζοδρόμου στην παραλία, βρίσκονταν περίπου 20 καθήμενοι πελάτες, ενώ οι λοιποί που καταμετρήθηκαν ήταν είτε λουόμενοι που είχαν αφήσει τις πετσέτες τους στα καθίσματα της επιχείρησης και βρίσκονταν εντός της θάλασσας, είτε περαστικοί, ενώ και στην προσβαλλόμενη πράξη δεν αναφέρονται οικαταμετρηθέντεςως καθήμενοι. Όμως, κατά τα αναφερόμενα στο σώμα της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης, που αποτελούν πλήρη απόδειξη, καταμετρήθηκαν από τον έλεγχο 65 άτομα ευρισκόμενα στον υπαίθριο χώρο της επιχείρησης, τη στιγμή που, σύμφωνα με την προαναφερόμενη Σύμβαση ο μέγιστος αριθμός αυτών όφειλε να είναι 28. Τα άτομα αυτά, περαιτέρω, χαρακτηρίσθηκαν από τον έλεγχο ως πελάτες της επιχείρησης, ο δεαντιλέγων, ο οποίος ήταν παρών κατά την καταμέτρηση, παρέλαβε ανεπιφύλακτα την προσβαλλόμενη πράξη και δεν διατύπωσε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ελέγχου οποιαδήποτε διαφωνία ως προς το ανωτέρω συμπέρασμα των ελεγκτικών οργάνων, ειδικότερα δε, δεν προέβαλε τα διά του παρόντος λόγου προβαλλόμενα, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδεικνύονται. Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν ο Δικαστης δεν έκανε δεκτό το σχετικό επιχείρημα.

Οι αντιρρήσεις του ιδιοκτήτη έγιναν δεκτές μόνο κατά το μέρος της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησής του διότι μη νόμιμα επιβλήθηκε αυτή για χρονικό διάστημα 15 εργάσιμων ημερών, καθόσον από τις ισχύουσες διατάξεις, προβλέπεται αναστολή λειτουργίας για χρονικό διάστημα 15 ημερολογιακών ημερών.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

                          ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

                        Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

              Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

     e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

       www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Η αλλαγή του ονόματος και επωνύμου κάποιου είναι μια δύσκολη υπόθεση στην Ελλάδα για να γίνει. Συγκεκριμένα, η διαδικασία αλλαγής επωνύμου είναι σχεδόν ακατόρθωτη καθώς την αλλαγή αποφασίζει ο Δήμαρχος του τόπου κατοικίας του αιτούντος την αλλαγή αυτή. Στην πραξη την απόφαση παίρνει ο ληξιάρχος αλλά συνήθως οι απόφασεις αυτές είναι απορριπτικές. Έτσι όσοι θέλουν να αλλάξουν το επώνυμό τους για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορούν εύκολα να το κάνουν παρά μόνο ασκώντας κατά της απορριπτικής απόφασης, προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο.

Από την άλλη η αλλαγή του ονόματος γίνεται με δικαστική απόφαση μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο του τόπου της ληξιαρχικής πράξης γέννησης. Απαραίτητη τυπική προϋποθεση για την άσκηση αίτησης αλλαγής ονόματος είναι η ύπαρξη ελληνικής ληξιαρχικής πράξης γέννησης. Δηλαδή το όνομά του στην Ελλάδα μπορεί να το άλλαξει μόνο αυτός που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και όχι στο εξωτερικό. Εξαίρεση αποτελούν αυτοί που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό αλλά είτε οι γονείς τους είναι Ελληνες οπότε καταχωρήθηκε η ληξιαρχική πραξη γέννησης στο Ειδικό Ληξιαρχείο Αθηνών, είτε απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια με καθορισμό, οπότε και πάλι έχει καταχωρηθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης τους στο Ειδικό Ληξιαρχείο.

Όσοι έχουν αποκτήσει ελληνική ταυτότητα με πολιτογράφηση, δεν μπορούν να αλλάξουν το ονοματεπώνυμό τους στην Ελλάδα, αλλά θα πρέπει να ξεκινήσουν την διαδικασία αλλαγής στην χώρα καταγωγής τους με όποιον τρόπο προβλέπεται εκεί.

Τυχεροί σε κάθε περίπτωση είναι όσοι είναι Έλληνες είτε από γεννήσεως είτε με πολιτογράφηση, αλλά μένουν στο εξωτερικό.

Και τουτο διότι σε αντίθεση με την Ελλάδα και το Ελληνικό Δίκαιο αναφορικά με την αλλαγή του ονόματος, στο εξωτερικό η αλλαγή ονόματος ή επωνύμου γίνεται με μια απλή δήλωση στην αρμόδια δημόσια υπηρεσία.

Επομένως ο κάθε Έλληνας κάτοικος εξωτερικού, που επιθυμεί να αλλάξει τα στοιχεία της ταυτότητάς του (όνομα ή επώνυμό ή και τα δύο) δεν έχει παρά να προσφύγει στην αρμόδια αρχή και να κάνει την δήλωση για την αλλαγή αυτή.

Εφόσον γίνει η αλλαγή του ονόματος στο εξωτερικό, τότε μετά ανοίγει ο δρόμος για την αλλαγή των στοιχείων και στα ελληνικά έγγραφα. Δηλαδή αλλάζουν τα στοιχεία στην ταυτότητα ή το διαβατήριο. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται να υπάρχει ελληνική ληξιαρχική πράξη γέννησης και μπορεί να αλλάξει το όνομά του κάποιος που έχει κάνει πολιτογράφηση.

Συγκεκριμένα, ασκείται αίτηση στο Πρωτοδικείο και ζητείται να αναγνωριστεί ηισχύς της αλλοδαπής διοικητικής πράξης και στην Ελλάδα. Αν η πράξη αυτή αφορά την αλλαγή του ονόματος, το Δικαστηριο με την απόφαση του δέχεται την αλλαγή του ονόματος και σε όλα τα έγγραφα (ληξιαρχικά, δημοτολογικά κ.τ.λ. ) γίνεται αυτή η μεταβολή.

Η διαδικασία είναι σχετικά σύντομη σε χρόνο και το αποτέλεσμα θετικό.

Για όσους είναι κάτοικοι Μεγάλης Βρετανίας η διαδικασία αλλαγής γίνετα με το λεγόμενο deedpoll. Στην Γερμανία επίσης προβλέπεται σχετική δήλωση για την αλλαγή του επωνύμου.

Οι γυναίκες δε που παντρευονται Βρετανούς, Γερμανούς ή Ρουμάνους υπήκοους μπορούν να αλλάξουν το επώνυμό τους και να λάβουν το επώνυμό του συζύγου τους κατά την δήλωση του γάμου τους στο Ληξιαρχείο.

Αυτό πιθανόν να συμβαίνει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ανάλογα με το τι προβλέπει το οικογενειακό τους δίκαιο.

Ειδικά για τις γυναίκες, συζύγους αλλοδαπων αντρών, είναι διαδεδομένο να παίρνουν μετά το γάμο το επώνυμό των συζύγων τους.

Στην Ελλάδα αυτό δεν επιτρέπεται και η γυναίκα μετά το γάμο εξακολουθεί να διατηρεί το πατρικό της επώνυμο. Επομένως υπάρχει σύγχυση μεταξύ των ελληνικών της εγγράφων όπου φαίνεται με το πατρικό της επώνυμο και των αλλοδαπών εγγράφων της που την αναφέρουν με το επώνυμο του συζύγου. Αν η γυναίκα αυτή έχει δύο διαβατήρια, το πρόβλημα είναι εμφανές.

Εμφανές θα είναι και το πρόβλημα μετά την γέννηση των παιδιών της οπού δεν θα υπάρχει ταυτοπροσωπία στα στοιχεία της και ίσως να μην μπορεί να δηλώσει την γέννηση των παιδιών της στην Ελλάδα.

Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να υπάρχει πλήρης ταυτοπροσωπεία των στοιχείων των ονοματεπωνύμων ώστε να μην δημιουργούνται προβλήματα και σύγχυση καθότι έχουμε να κάνουμε με έγγραφα ταυτότητας και διαβατηρίων.

Ήδη στην Μεγάλη Βρετανία δεν μπορεί να εκδοθεί βρετανικό διαβατήριο αν δεν υπάρχει ταυτοπροσωπία μεταξυ των ελληνικών και βρετανικών εγγράφων.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

       ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

           Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, info@legalaction.gr

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Όλοι όσοι έχουν επιχειρήσεις που απασχολούν εργαζόμενους γνωρίζουν τις κυρώσεις για την ανασφάλιστη εργασία και τον τρόπο που γίνεται ο έλεγχος από τα αρμόδια όργανα ώστε να επιβληθεί το πρόστιμο των 10.500 ευρώ.

Δεν είναι λίγες οι φορές εκείνες που το πρόστιμο ουσιαστικά επιβάλλεται, χωρίς να γίνεται έλεγχος των πραγματικών συνθηκών και αν πράγματι υφίσταται εξαρτημένη εργασία.

Εχει τύχει να απειλούν τους υποτιθέμενους υπαλλήλους, με αυτόφωρη διαδικασία και άλλα παρόμοια που δεν ισχύουν για να υπογράψουν στο δελτίο ελέγχου, ενώ όλα τα στοιχεία τους και η ημερομηνία πρόσληψης καθώς και οι αποδοχές συμπληρώνονται στο περίπου από τα ίδια τα ελεγκτικά όργανα.

Φυσικά υπάρχουν και οι περιπτώσεις εκείνες που πράγματι υπάρχουν στο χώρο εργαζόμενοι που δεν είναι ασφαλισμένοι και καλώς επιβάλλεται το πρόστιμο στην περίπτωση αυτή.

Εμείς θα εξετάσουμε τι μπορεί να γίνει στις περιπτώσεις που το πρόστιμο επιβάλλεται πραγματικά χωρίς να υπάρχει η σχέση εργασίας ή για περιπτώσεις που είναι δυσχερής η απόδειξη της εργασιακής σχέσης.

Πρακτικά ο μόνος τρόπος που μπορεί να ακυρωθεί το πρόστιμο απαξ και επιβληθεί, είναι μόνο μέσω προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο. Δεν αρκεί μόνο αυτό, διότι η προσφυγή από μόνη της δεν αναστέλλει την είσπραξη του προστίμου από το ΚΕΑΟ, οπότε ταυτόχρονα πρέπει να ασκηθεί και αίτηση αναστολής, η οποία εκδικάζεται σχετικά συντομα και συνήθως γίνεται δεκτή αν υπάρχουν οι οικονομικές προϋποθέσεις (αδυναμία καταβολής προστίμου, χαμηλά εισοδήματα, ζημιογόνα ή οριακά επικερδής επιχείρηση). Η δεκτή αναστολή εξασφαλίζει ότι μέχρι την  έκδοση  απόφασης επί της προσφυγής για την ακυρωση του προστίμου δεν θα γίνει κατάσχεση κυρίως τραπεζικών λογαριασμών του εργοδότη.

Το δικαστήριο  για να ακυρώσει το πρόστιμο εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Σημαντικό ρόλο παίζει το τι έχει γραφτεί στο δελτίο ελέγχου. Επίσης αν το δελτίο ελέγχου φέρει υπογραφή είτε του εργοδότη είτε του δήθεν υπαλλήλου. Η υπογραφή μπορεί να σημαίνει και αποδοχή των καταχωρημένων σε αυτό στοιχείων. Συνεπώς ένα ανυπογραφο δελτίο ελέγχου αποδεικνύει αυτομάτως μια αντίδραση στην επιβολή του προστίμου και μη αποδοχή του.

Αυτό δεν είναι πάντα εφικτό διότι όπως λέχθηκε και ανωτέρω, οι ελεγκτές πιέζουν για την υπογραφή απειλώντας τους εργαζόμενους ότι θα μπλέξουν με το νόμο αν δεν υπογράψουν.

Επίσης οι ελεγκτές μπορεί να πουν ότι αν γίνει άμεση πρόσληψη του προσώπου, τότε το πρόστιμο δεν επιβάλλεται. Αυτό δεν ισχύει. Αν συνταχθεί το δελτίο ελέγχου, τότε είναι βεβαιο ότι θα επιβληθεί άμεσα και το πρόστιμο. Με την άμεση πρόσληψη του δήθεν εργαζόμενου, το μόνο που πετυχαίνει ο εργοδότης είναι να βγάλει εκτός το μοναδικό του επιχείρημα δηλαδή τη μην ύπαρξη  σχέσης εξαρτημένης εργασίας.

Πρέπει να γίνει κατανοητό  ότι μια τυπική  προσφυγή  σε  τέτοιες περιπτώσεις δεν έχει μέλλον και πιθανότητες να γίνει δεκτή. Η προσφυγή πρέπει να είναι ορθά στοιχειοθετημένη και να περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα της προσδώσουν αληθοφάνεια. Οι προσφυγές αυτές προσδιορίζονται περίπου μέσα σε δύο χρόνια από την ημέρα κατάθεσής τους και εφόσον γίνουν δεκτές το πρόστιμο ακυρώνεται στο σύνολό του.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ  ΧΡ.  ΜΗΛΙΟΥ

                             ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ

                         Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

               Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

      e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

        www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Η αλλαγή του ονόματος και επωνύμου κάποιου είναι μια δύσκολη υπόθεση στην Ελλάδα για να γίνει. Συγκεκριμένα, η διαδικασία αλλαγής επωνύμου είναι σχεδόν ακατόρθωτη καθώς την αλλαγή αποφασίζει ο Δήμαρχος του τόπου κατοικίας του αιτούντος την αλλαγή αυτή. Στην πραξη την απόφαση παίρνει ο ληξιάρχος αλλά συνήθως οι απόφασεις αυτές είναι απορριπτικές. Έτσι όσοι θέλουν να αλλάξουν το επώνυμό τους για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορούν εύκολα να το κάνουν παρά μόνο ασκώντας κατά της απορριπτικής απόφασης, προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο.

Από την άλλη η αλλαγή του ονόματος γίνεται με δικαστική απόφαση μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο του τόπου της ληξιαρχικής πράξης γέννησης. Απαραίτητη τυπική προϋποθεση για την άσκηση αίτησης αλλαγής ονόματος είναι η ύπαρξη ελληνικής ληξιαρχικής πράξης γέννησης. Δηλαδή το όνομά του στην Ελλάδα μπορεί να το άλλαξει μόνο αυτός που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και όχι στο εξωτερικό. Εξαίρεση αποτελούν αυτοί που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό αλλά είτε οι γονείς τους είναι Ελληνες οπότε καταχωρήθηκε η ληξιαρχική πραξη γέννησης στο Ειδικό Ληξιαρχείο Αθηνών, είτε απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια με καθορισμό, οπότε και πάλι έχει καταχωρηθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης τους στο Ειδικό Ληξιαρχείο.

Όσοι έχουν αποκτήσει ελληνική ταυτότητα με πολιτογράφηση, δεν μπορούν να αλλάξουν το ονοματεπώνυμό τους στην Ελλάδα, αλλά θα πρέπει να ξεκινήσουν την διαδικασία αλλαγής στην χώρα καταγωγής τους με όποιον τρόπο προβλέπεται εκεί.

Τυχεροί σε κάθε περίπτωση είναι όσοι είναι Έλληνες είτε από γεννήσεως είτε με πολιτογράφηση, αλλά μένουν στο εξωτερικό.

Και τουτο διότι σε αντίθεση με την Ελλάδα και το Ελληνικό Δίκαιο αναφορικά με την αλλαγή του ονόματος, στο εξωτερικό η αλλαγή ονόματος ή επωνύμου γίνεται με μια απλή δήλωση στην αρμόδια δημόσια υπηρεσία.

Επομένως ο κάθε Έλληνας κάτοικος εξωτερικού, που επιθυμεί να αλλάξει τα στοιχεία της ταυτότητάς του (όνομα ή επώνυμό ή και τα δύο) δεν έχει παρά να προσφύγει στην αρμόδια αρχή και να κάνει την δήλωση για την αλλαγή αυτή.

Εφόσον γίνει η αλλαγή του ονόματος στο εξωτερικό, τότε μετά ανοίγει ο δρόμος για την αλλαγή των στοιχείων και στα ελληνικά έγγραφα. Δηλαδή αλλάζουν τα στοιχεία στην ταυτότητα ή το διαβατήριο. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται να υπάρχει ελληνική ληξιαρχική πράξη γέννησης και μπορεί να αλλάξει το όνομά του κάποιος που έχει κάνει πολιτογράφηση.

Συγκεκριμένα, ασκείται αίτηση στο Πρωτοδικείο και ζητείται να αναγνωριστεί ηισχύς της αλλοδαπής διοικητικής πράξης και στην Ελλάδα. Αν η πράξη αυτή αφορά την αλλαγή του ονόματος, το Δικαστηριο με την απόφαση του δέχεται την αλλαγή του ονόματος και σε όλα τα έγγραφα (ληξιαρχικά, δημοτολογικά κ.τ.λ. ) γίνεται αυτή η μεταβολή.

Η διαδικασία είναι σχετικά σύντομη σε χρόνο και το αποτέλεσμα θετικό.

Για όσους είναι κάτοικοι Μεγάλης Βρετανίας η διαδικασία αλλαγής γίνετα με το λεγόμενο deedpoll. Στην Γερμανία επίσης προβλέπεται σχετική δήλωση για την αλλαγή του επωνύμου.

Οι γυναίκες δε που παντρευονται Βρετανούς, Γερμανούς ή Ρουμάνους υπήκοους μπορούν να αλλάξουν το επώνυμό τους και να λάβουν το επώνυμό του συζύγου τους κατά την δήλωση του γάμου τους στο Ληξιαρχείο.

Αυτό πιθανόν να συμβαίνει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ανάλογα με το τι προβλέπει το οικογενειακό τους δίκαιο.

Ειδικά για τις γυναίκες, συζύγους αλλοδαπων αντρών, είναι διαδεδομένο να παίρνουν μετά το γάμο το επώνυμό των συζύγων τους.

Στην Ελλάδα αυτό δεν επιτρέπεται και η γυναίκα μετά το γάμο εξακολουθεί να διατηρεί το πατρικό της επώνυμο. Επομένως υπάρχει σύγχυση μεταξύ των ελληνικών της εγγράφων όπου φαίνεται με το πατρικό της επώνυμο και των αλλοδαπών εγγράφων της που την αναφέρουν με το επώνυμο του συζύγου. Αν η γυναίκα αυτή έχει δύο διαβατήρια, το πρόβλημα είναι εμφανές.

Εμφανές θα είναι και το πρόβλημα μετά την γέννηση των παιδιών της οπού δεν θα υπάρχει ταυτοπροσωπία στα στοιχεία της και ίσως να μην μπορεί να δηλώσει την γέννηση των παιδιών της στην Ελλάδα.

Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να υπάρχει πλήρης ταυτοπροσωπεία των στοιχείων των ονοματεπωνύμων ώστε να μην δημιουργούνται προβλήματα και σύγχυση καθότι έχουμε να κάνουμε με έγγραφα ταυτότητας και διαβατηρίων.

Ήδη στην Μεγάλη Βρετανία δεν μπορεί να εκδοθεί βρετανικό διαβατήριο αν δεν υπάρχει ταυτοπροσωπία μεταξυ των ελληνικών και βρετανικών εγγράφων.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

       ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

           Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, info@legalaction.gr

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Οιιδιωτικοίυπάλληλοι εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η έναρξη της εργασίας του τυπικά ξεκινά με την υποβολή της σύμβασης πρόσληψής τους στην οποία περιέχονται οι μηνιαίες αποδοχές τους, ο χρόνος εργασίας τους και φυσικά η ειδικότητά τους.

Τα όσα αναγράφονται στην σύμβαση εργασίας είναι δεσμευτικά και για τις δύο πλευρές. Ο εργαζόμενος οφείλει να προσφέρει τις υπηρεσίες του και ο εργοδότης να παρέχει την συμφωνημένη αμοιβή σε συγκεκριμένη ημερομηνία.
Αν ο εργοδότης δεν καταβάλει έγκαιρα τα δεδουλευμένα καθίσταται υπερήμερος απέναντι στον εργαζόμενο. Αν ο εργοδότης καταστεί υπερημερος, δηλαδή δεν καταβάλει στον εργαζόμενο την αμοιβή του, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 325 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 329, 353 και 656 του ΑΚ, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλομένη απ’ αυτόν παροχή εργασίας (κατεξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, εωσότου ο εργοδότης εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει, χωρίς να καθίσταται ο ίδιος (μισθωτός) υπερήμερος, με αποτέλεσμα να έχει αξίωση καταβολής των αποδοχών του σαν να εργαζόταν κανονικά.

Το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς περι καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Συνεπώς, η άσκησή του πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο, θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη, ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του, ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία του σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη, ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη, ή όταν ο μισθωτός, για να λάβει τον μισθό του από τον υπερήμερο εργοδότη, παραμένει με τη θέλησή του για μακρό χρονικό διάστημα άνεργος και αποφεύγει αδικαιολογήτως και κακοβούλως να φροντίσει για ανεύρεση άλλης εργασίας, ενώ μπορεί εύκολα να ανεύρει και να προσφέρει τήν εργασία του σε άλλον εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής, κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους.

Ο μισθωτός μπορεί επίσης να στραφεί δικαστικά κατά του εργοδότη του και να διεκδικήσει τα δεδουλευμένα. Στα δεδουλευμένα περιλαμβάνονται οφειλόμενοι μισθοί, δώρα, επιδόματα, απασχόληση σε αργίες, σ/κ και νυχτερινή εργασία. Επίσης σε μια τέτοια αγωγή εξετάζεται αν ο συμφωνημενος μισθός είναι ο νόμιμος με βάση τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και την ειδικότητα του εργαζομένου. Σημειώνεται δε ότι διαφορετικά αμείβεται ένας υπάλληλος από έναν εργάτη. Ο χρόνος παραγραφής μιας τέτοιας αγωγής είναι τα 5 έτη.

Συνήθως ένας εργαζόμενος στρέφεται δικαστικά κατά του εργοδότη του όταν πλέον έχει λήξει η εργασιακή σχέση. Η εργασιακή σχέση λήγει είτε με παραίτηση του εργαζομένου οπότε αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του και δεν διεκδικεί χρηματική αποζημίωση απόλυσης ή με καταγγελία της σύμβασης από τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη, οπότε σε αυτή την περίπτωση ο εργαζόμενος δικαιούται την διεκδίκηση χρηματικής αποζημίωσης.

Πλέον οριοθετείται το χρονικό διάστημα που θα μπορούν οι εργαζόμενοι να προχωρούν σε καταγγελία της σύμβασής τους, όταν διαπιστώνουν καθυστερήσεις στην καταβολή των μισθών. Σύμφωνα με τις νεότερες διατάξεις στο εργατικό δίκαιο, θεωρείται «μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου πέραν των 2 μηνών από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης». Αυτό σημαίνει πως με καθυστέρηση άνω των δυο μηνών ο εργαζόμενος μπορεί να διεκδικήσει αποζημίωση απόλυσης από τον εργοδότη, καταγγέλλοντας την συμβαση εργασίας του και αποχωρώντας από αυτή.

Στην ουσία δηλαδή, όταν μια επιχείρηση καθυστερεί τις πληρωμές των εργαζομένων της, αυτοί, έχουν πλέον τη δυνατότητα να προσφύγουν στα δικαστήρια και να ζητήσουν όχι μόνο τις αμοιβές που καθυστερούν να καταβληθούν αλλά και αποζημίωση απόλυσης, αφού η καθυστέρηση πληρωμών ισοδυναμεί πλέον με «βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας», με υπαιτιότητα του εργοδότη.
Συνοψίζοντας τα ανωτέρω όταν δεν καταβάλλεται έγκαιρα ο μισθός, ο εργαζόμενος:

α) μπορεί ν’ ασκήσει αγωγή και να ζητήσει εντόκως τους καθυστερούμενους μισθούς του, καθώς και αποζημίωση για κάθε άλλη ζημία του. Προσοχή όμως: Ενώ η αξίωση για τος δεδουλευμένους μισθούς και τα επιδόματα υπόκειται σε 5ετή παραγραφή, κάθε αγωγή του εργαζομένου για καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημίωσης, πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 6 μηνών από τότε που κατέστη απαιτητή, δηλ. από την καταβολή της αποζημίωσης ή την λύση της εργασιακής σχέσης.

β) έχει το δικαίωμα να κάνει επίσχεση της εργασίας του

γ) μπορεί να ζητήσει την κήρυξη του εργοδότη σε πτώχευση, αν είναι έμπορος

δ) μπορεί να θεωρήσει την καθυστέρηση ως βλαπτική μεταβολή με τα συναφή δικαιώματα, εφόσον η καθυστέρηση γίνεται συστηματικά και οφείλεται σε δόλο του εργοδότη

ε) προχώρα σε ποινικές κυρώσεις για τον εργοδότη

Η απόλυση του εργαζομένου είναι άκυρη και καταχρηστική και πρακτικά σημαίνει ότι ο εργαζόμενος θεωρητικά εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του και να έχει αξίωση καταβολής μισθών όταν δεν δοθεί η αποζημίωση μαζί με έγγραφο της απόλυσης. Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής αποζημίωσης έστω και μίας (1) δόσης επέρχεται ακυρότητα της απόλυσης.

Η απόλυση θεωρείται καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη όταν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Πολλές περιπτώσεις απόλυσης έχουν κριθεί από τα Δικαστήρια σαν καταχρηστικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απόλυση που γίνεται για την ικανοποίηση από τον εργοδότη αισθήματος εκδίκησης προς τον εργαζόμενο που είναι άσχετο με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας. Καταχρηστικές είναι και οι απολύσεις που γίνονται λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του εργαζόμενου, ή λόγω δικαστικής διεκδίκησης των αξιώσεών του, ή λόγω αρνήσεώς του να δεχθεί παράνομη απαίτηση του εργοδότη, ή για πολιτικούς λόγους κλπ. Καταχρηστική έχει κριθεί επίσης η προσφυγή από τον εργοδότη στο δυσμενέστερο για τον εργαζόμενο μέσο, την απόλυση, για πειθαρχική παράβαση ενώ ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθεί με ηπιότερα μέτρα, όπως με τις προβλεπόμενες από τον κανονισμό της επιχείρησης ποινές.

Γενικά καταχρηστική είναι κάθε απόλυση που δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο συμφέρον του εργοδότη ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας.

Η απόλυση επίσης μπορεί να είναι αντίθετη με απαγορευτικές διατάξεις, καθώς η νομοθεσία απαγορεύει ρητά την απόλυση:

• των συνδικαλιστικών στελεχών χωρίς απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής.

• Των εγκύων εργαζομένων τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.»

• Των Αδειούχων εργαζομένων αν η απόλυση έγινε κατά την διάρκεια της ετήσιας άδειας αναπαύσεως που τους χορηγήθηκε.

• Των Στρατευμένων μισθωτών.Υπάρχουν προστατευτικές διατάξεις γι' αυτούς που στρατεύονται ή αποστρατεύονται και δεν επιτρέπεται να απολυθούν, ακόμα και για ένα χρόνο μετά την αποστράτευσή τους. Η κύρωση για το μη σεβασμό των διατάξεων, είναι η ειδική πρόσθετη αποζημίωση, ίση με μισθούς 6 μηνών επιπλέον της αποζημίωσης για την απόλυση.

• των προσληφθέντων αναγκαστικά με τις διατάξεις για την προστασία ατόμων με ειδικές ανάγκες, πολυτέκνων, πολεμιστών, αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης κλπ, που δεν επιτρέπεται να απολυθούν χωρίς απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής.

Ο εργαζόμενος που απολύεται από την εργασία του με άκυρη καταγγελία μπορεί να προσφύγει στα Δικαστήρια και να ζητήσει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να του καταβληθούν οι μισθοί υπερημερίας από τον εργοδότη που δεν αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του. Η σχετική αγωγή πρέπει να γίνει μέσα σε διάστημα 3 μηνών από την κοινοποίηση του εγγράφου της απόλυσης, αλλιώς το δικαίωμα παραγράφεται και η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Αν η ακυρότητα της απόλυσης οφείλεται στη μη κοινοποίηση εγγράφου, η 3μηνη προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο εργοδότης σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου.

Πάντως, η με επιφύλαξη είσπραξη της αποζημίωσης δεν αποτελεί παραίτηση του εργαζόμενου από το δικαίωμα ακυρότητας της απόλυσης ή της επιδίωξης μεγαλύτερης αποζημίωσης.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

                    ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

           Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

   e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, info@legalaction.gr

   www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

 

Η αλλαγή φύλου έχει μπει πλεον στην καθημερινότητά μας και δεν είναι λίγοι αυτοί που προχωρούν σε αυτή την διαδικασία.

Με την αλλαγή στο φύλο έρχεται και η αλλαγή των στοιχείων στην ταυτοτητα. Άλλο όνομα, άλλο φύλο… Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείται για να γίνουν αυτές οι διορθώσεις;

Σύμφωνα με τις διατάξεις για την αλλαγή του ονόματος, οποιαδήποτε διόρθωση, πρόσθεση ή αφαίρεση ονόματος, γίνεται πάνω στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του ενδιαφερόμενου.

Επομένως το πρώτο και βασικότερο είναι ο ενδιαφερόμενος να είναι Έλληνας γεννημένος στην Ελλάδα ώστε να έχει ληξιαρχική πράξη γέννησης, ή ομογενής που έχει γεννηθεί στο εξωτερικό και έχει καταχώριση την ληξιαρχική πράξη γέννησής

του στο Ειδικό Ληξιαρχείο Αθηνών.

Η διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γίνεται μόνο με δικαστική απόφαση του Ειρηνοδικείου του τόπου της Ληξιαρχικής πράξης.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως, επειδή το θέμα της αλλαγής ονόματος ή φύλου στην ληξιαρχική πράξη κάποιου είναι πολύ λεπτό και προσωπικό ζητημα, η αίτηση μπορεί να ασκηθεί και η απόφαση να εκδοθεί από οποιδήποτε άλλο

Ειρηνοδικείο για να διαφυλαχθεί η ανωνυμία του αιτούντος. Αυτό κυρίως αφορά τους άνθρώπους που έχουν γεννηθεί στην επαρχία όπου οι κοινωνίες είναι πιο μικρές και η ανωνυμία είναι δύσκολο να επιτευχθεί.

Για τον ίδιο λόγο, η αίτηση δεν συζητείται στο ακροατήριο αλλά σε ξεχωριστό χώρο ώστε να διασφαλιστεί η ανωνυμία και η διακριτικότητα που απαιτούν οι υπόθεσεις αυτές.

Η απόφαση εκδίδεται λίγους μήνες μετά και διορθώνει το όνομα και το φύλο αρχικώς στην ληξιαρχική πράξη γέννησης και εν συνεχεία στο πιστοποιητικό γέννησης και την ταυτότητα ή το διαβατήριο.

Η όλη διαδικασία γίνεται διακριτικά μακριά από αδιακριτα βλέμματα και οι ατήσεις αυτές σπάνια απορρίπτονται ως ποτέ.

Τα δικαιολογητικά που απαιτούνται είναι αντίγραφο ταυτότητας, ληξιαρχική πράξη γέννησης και το ιατρικό έγγραφο της αλλαγής του φύλου.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">natmil@otenet.gr, info@legalaction.gr

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

miliou_dikigoros_n.jpg

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασια Χρ. Μήλιου*
 
Διανύουμε μια κρίσιμη περίοδο σε παγκόσμιο επίπεδο που θα πλήξει σίγουρα την οικονομία του κόσμου και βέβαια και της Ελλάδας. Σε μια χρονική στιγμή για τους Έλληνες που είχαν αρχίσει δειλά να ανακάμπτουν και η αγορά να κινείται και πάλι, έρχεται ένα απρόβλεπτο γεγονός να μας πηγαίνει πάλι πίσω.
Δυστυχώς είμαστε στην αρχή και δεν γνωρίζουμε το χρόνο που θα χρειαστεί για να επανέλθουμε στην καθημερινότητά μας, αλλά και με βάση το χρόνο, το μέγεθος των συνεπειών.
Προς το παρόν, λοιπόν, η Κυβέρνηση ανήγγειλε ότι θα αναλάβει για τους υπαλλήλους δημόσιους και ιδιωτικού τομέα, αποπληρωμή μέρους των αποδοχών τους, και σίγουρα θα γίνει αναστολή των φορολογικών και ασφαλιστικών εισφορών για όσο χρειαστεί.
Τι γίνεται όμως με τις τράπεζες; Οι οικονομικές μας υποχρεώσεις δεν είναι μόνο προς το κράτος, αλλά και προς ιδιώτες όπως τα πιστωτικά ιδρύματα.
Μέχρι στιγμής οι τράπεζες αρνούνται να συμμορφωθούν και να συμβαδίσουν με τα μέτρα της κυβέρνησης. Δεν αναστέλλουν καθολικά την πληρωμή των δόσεων των δανείων. Αναφέρουν ότι θα αναστείλουν την πληρωμή της δόσης για διάστημα 3 μηνών. Μετα δε την λήξη της περιόδου αναστολής, το κεφάλαιο θα προστεθεί στο υπόλοιπο άληκτο ποσό του δανείου και θα αποπληρωθεί με παράταση του χρόνου αποπληρωμής όλου του δανείου, τοκιζόμενο κανονικά.
Αυτά λένε οι τράπεζες τώρα για τους ιδιώτες και τα νοικοκυριά. Απαιτείται δε να υποβάλει ο δανειολήπτης αίτηση για την αναστολή της δόσης του. Βέβαια στην πορεία και αναλόγως του πως θα εξελιχθούν τα πράγματα, αυτά μπορεί να αλλάξουν και να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.
 
Εδώ θέλω να σταθώ σε δύο σημεία, αν αυτά που λένε τώρα, είναι αυτά που τελικά θα ισχύσουν και για όσο ισχύσουν.
Πρώτον : Θέλω να επιστήσω την προσοχή στους δανειολήπτες που έχουν δικαστική απόφαση του νόμου Κατσέλη και την εξυπηρετούν. Πρέπει να καταλάβουν ότι ανεξαρτήτως της δόσης που καλούνται να πληρώνουν, είναι πολύ τυχεροί γιατί είναι οι μόνοι πλέον που έχουν προστασία πρώτης κατοικίας. Προνόμιο που για όλους τους υπόλοιπους δανειολήπτες-οφειλέτες έχει καταργηθεί.
Αυτή λοιπόν οι ομάδα οφειλετών που εξυπηρετεί τα δάνεια της μέσω προσωρινής ή οριστικής δικαστικής απόφασης, κατά την γνώμη μου πρέπει να συνεχίσει να τα εξυπηρετεί. Μην εφησυχάζετε,  γιατι υπάρχει κίνδυνος να βρεθείτε εκτός της προστασίας του νόμου, καθ’ότι προβλέπεται ότι όποιος καθυστερεί την πληρωμή τριών συνεχόμενων δόσεων ή δυστροπεί, χάνει το ευεργέτημα του νόμου.
Φυσικά υπάρχει το θέμα της ανωτέρας βίας, που μπορεί κάποιος να επικαλεστεί. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και εύκολα. Και αυτό ισχύει για όλους και είναι το δεύτερο θέμα που θέλω να θίξω.
Στις βασικές διατάξεις του αστικού δικαίου υπάρχει ένα άρθρο που αναφέρει ότι δεν είναι κάποιος υπερήμερος αν για λόγους ανωτέρας βίας δεν μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Και εδώ, έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, μάλλον θα έχουμε συνθήκες ανωτέρας βίας. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι αν η τράπεζα π.χ. αξιώσει την δόση του δάνειου, πάμε και της λέμε ότι: «ξέρεις με καλ;yπτει η ανωτέρα βία….» γιατί αυτό είναι αφελές.
 
Την ανωτέρα βία ως λόγο, την επικαλούμαστε πάντα μέσω αγωγής ή ως μέσο άμυνας σε αγωγή που μας έχουν κάνει. Σε κάθε περίπτωση, η ανωτέρα βία και ό,τι αυτή συνεπάγεται, αναγνωρίζεται
ΜΟΝΟ ΜΕΣΩ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ Ή ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ. Αν δεν υπάρχει νομοθετική διάταξη, όπως στην περίπτωση που αναλύουμε τώρα, τότε η ανωτέρα βία μπορεί να διαγνωσθεί μόνο με δικαστική απόφαση. Πρακτικά αυτό σημαίνει έξοδα και αρκετό χρόνο για να υπάρξει η δικαστική απόφαση. Κάποιοι μπορεί να μην είναι σε θέση οικονομικά να ανοίξουν δικαστικούς αγώνες. Κάποιοι μπορεί να μην γνωρίζουν ότι θα πρέπει να προσφύγουν στα δικαστήρια και έτσι να χάσουν το δικαίωμα τους. Μην ξεχνάμε δε, ότι σε περίπτωση δικαστηρίου εξετάζονται όλες οι συνθήκες που οδηγούν στην ανωτέρα βία. Σε κάποιες δε περιπτώσεις, υπάρχει η πιθανότητα το δικαστήριο να κρίνει ότι δεν συνέτρεχαν οι συνθήκες αυτές (δύσκολο άλλα όχι αδύνατο).
Για αυτό όσο ακόμα μπορούμε, όσο αντέχουμε, είμαστε συνεπείς και αν δεν μπορούμε να ανταπεξέλθουμε, ενημερώνουμε τον δικηγόρο μας ώστε να μας συμβουλεύσει και να μας καθοδηγήσει για το πως πρέπει να κινηθούμε για να διασφαλίσουμε τα δικαιώματά μας στο παρόν και στο μέλλον.
 
 
 
*Αναστασία Χρ. Μήλιου
 
Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών
Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή
Τηλ. 213-0338950, 6945-028153
e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., www.legalaction.gr 
fb: Δικηγορικό Γραφείο Αναστασίας Μήλιου

 

 

 

 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Χρ. Μήλιου*

Δεν είναι πολλές μέρες που εκδόθηκε απόφαση του ΑΠ που δικαίωνει την τράπεζα σε σχέση με τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Η απόφαση αυτή αφορά ατομική αγωγή δανειολήπτη, η οποία έφτασε μέχρι τον τελευταίο βαθμό δικαιοδοσίας αλλά το δικόγραφο της αναίρεσης πρόβαλε μόνο έναν λόγο δηλαδή ένα μόνο νομικό επιχείρημα που σχετιζόταν με την καταχρηστικότητα. Ο Εισαγγελέας του ΑΠ είχε θετική εισήγηση σε αντίθεση με τους δικαστές του ΑΠ έκριναν και απέρριψαν τον έναν και μοναδικό αυτό λόγο και επικύρωσαν την εφετειακή απόφαση που δικαίωνε την τράπεζα.

Η Ελλάδα είναι από τις λίγες χώρες της Ευρώπης που δεν συμμορφώνεται με τις αποφάσεις των Ευρωπαϊκών Δικαστηριών σχετικά με το ζήτημα αυτό και θεωρεί ότι τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο δεν είναι επενδυτικά προϊόντα και δεν περιέχουν συναλλαγματικό κίνδυνο. Οι περισσότερες ευρωπαϊκες χώρες δικαιώνουν τους δανειολήπτες που προσφεύγουν στην Δικαιοσύνη και ακυρώνουν τα δάνεια αυτά. Η Ελλάδα όχι…

Οι δανειολήπτες δανείων σε ελβετικό φράγκο καλούνται να επιστρέψουν ποσά πολύ μεγαλύτερα από αυτά που έλαβαν αρχικά, θύματα της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων που άλλαξε δραματικά τα τελευταία χρόνια υπέρ του ελβετικού. Η διαφορά αυτή είναι απαιτητή από την τράπεζα κάθως οι δόσεις υπολογίζονται και καταβάλονται με την ισοτιμία της ημέρας αποπληρωμής σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης. Αυτό άλλωστε ήταν και το ζητούμενο. Να καταβάλλεται η δόση υπολογιζόμενη με την εκάστοτε ισοτιμία της ημέρας που η δόση ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Η διαφορά της ισοτιμίας είναι καθαρό κέρδος της τράπεζας.

Πώς όμως πρέπει να κινηθούμε από εδώ και πέρα οι έχοντες δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Αυτό που πρέπει να γίνει αρχικά σαφές και κατανοητό σε όλους είναι ότι θα υπάρξουν πολλές αποφάσει ακόμα. Κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στον ΑΠ για να εξαντλήσει όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας προκειμένου να δικαιωθεί. Επομένως όλες οι ατομικές αγωγές που έχουν κατατεθεί και κριθεί σε πρώτο και δεύτερο βαθμό μπορούν να κριθούν και από τον ΑΠ, όπως και η συγκεκριμένη ατομική αγωγή. Τι σημαίνει αυτό; Ότι είναι δεδομένο ότι θα υπάρχουν θετικές και αρνητικές για τους δανειολήπτες αποφάσεις από τους δικαστές του ΑΠ.

Η συγκεκριμένη απόφαση του ΑΠ δεν είναι δεσμευτική για τις υπόλοιπες υποθέσεις. Μπορεί η τράπεζα να κέρδισε μια μαχή όχι όμως και τον πόλεμο. Τον Μάιο επρόκειτο να συζητηθεί στην Ολομέλεια του ΑΠ η συλλογική αγωγή των δανειοληπτών κατά της Eurobank. Η απόφαση αυτή είναι πιο σημαντική για τους δανειολήπτες γιατί αφορά το γενικο πλαίσιο μιας σύμβασης σε ελβετικο φράγκο και όχι την κάθε μία συγκεκριμέμενη του διαδικού που προσφεύγει με ατομική αγωγή. Αν αυτή η απόφαση είναι θετική για τους δανειολήπτες, τότε θα είναι μια σημαντική νίκη και θα υπάρχουν πολλές ελπίδες μετά να γίνουν δεκτές οι αγωγές, οι εφέσεις και οι αναιρέσεις που θα ακολουθήσουν. Η συζήτηση δεν έγινε λόγω των εκλογών και αναμένεται νέα ημερομηνία για την συζήτηση της εν λόγω αναίρεσης. Η αναίρεση αυτή έχει περισσότερους νομικούς και πραγματικούς λόγους αναίρεσης από την αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική απόφαση λίγους μήνες πριν και αυτό σημαίνει πολύ περισσότερες πιθανότητες να γίνει δεκτή. Και τούτο διότι αν ένας από τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης γίνει δεκτός τότε η αναίρεση γίνεται δεκτή και η εφετειακή απόφαση δεν ισχύει πλέον.

Πρακτικά πώς κινούμαστε από εδώ και περά: Για κάποιους έχει ξεκινήσει η δικαστική επίλυση της διαφοράς και είτε αναμένουν απόφαση, είτε έχουν μη οριστική απόφαση είτε απορριπτική ή στην καλύτερη περίπτωση θετική απόφαση. Για αυτήν την κατηγορία, που δεν υπάρχει κάποια πίεση από τις τράπεζες, το καλύτερο είναι να αναμένουν την απόφαση του ΑΠ πριν κάνουν την επόμενη κίνησή τους.

Περισσότερο κρίσιμη είναι η κατηγορία εκείνων που η τράπεζα πιέζει με έκδοση δγης πληρωμής κατά της οφειλής που προέρχεται από ένα τέτοιο δάνειο. Αν δεν έχουν κινηθεί με αγωγή κατά της τράπεζας και γνωρίζουν ότι πρόκειται να εκδοθεί σε βάρος τους δγη πληρωμής, θα ήταν πολύ καλό να προλάβουν να επιδώσουν στην τράπεζα την τακτική αγωγή πριν την έκδοση ή έστω την κοινοποίηση σε αυτούς της δγης πληρωμής. Υπενθυμίζω ότι πριν την δγη πληρωμής η τράπεζα υποχρεούται να στείλει εξώδικο με καταγγελία της σύμβασης.

Αν ασκήσουν την αγωγή και παρ’όλα αυτά τους επιδοθεί η δγη πληρωμής, τότε θα πρέπει να κάνουν και ανακοπή. Ανακοπή πρέπει να γίνεται σε κάθε περίπτωση δγης πληρωμής γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος να σταματήσει κατάσχεση. Αυτό όμως που συμβαίνει αν έχει προηγηθεί η αγωγή, της δγης πληρωμής, είναι ότι υπάρχει εκκρεμοδικία πλέον και η δγη πληρωμής παγώνει. Το δικαστήριο θα εκδόσει αναβλητική απόφαση και επομένως η τράπεζα δεν θα μπορέσει να προχωρήσει με την δγη πληρωμής. Προσοχή όμως, διότι θα πρέπει να γίνει και αίτηση αναστολής διαφορετικά η ανακοπή δεν αναστέλλει την διαδικασία.

Αν δεν ασκηθεί ανακοπή κατά της δγης πληρωμής ακόμα κι αν υπάρχει αγωγή, ακόμα κι αν γίνει δεκτή, η οφειλή που θα υπάρχει υπέρ της τράπεζας θα είναι αυτή που θα προκύψει από την δγη πληρωμής. Επομένως, χωρίς ανακοπή όλη η προσπάθεια θα καταστεί μάταιη.

Οι τράπεζες παίζουν πλέον σκληρά και χρησιμοποιούν όλα τα μέσα γιατί έχουν την οικονομική δυνατότητα, αλλά και περισσότερα πλεονεκτήματα από το νόμο. Σημειωτέον ότι τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, δηλαδή των πλειστηριασμών και πολλά δικονομικά δικαιώματα άμυνας των οφειλετών καταργήθηκαν. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι οφειλέτες δεν έχουν πολλές άμυνες εναντι των τραπεζών. Οι τράπεζες δρουν ανενόχλητες και ο μοναδικός τρόπος να σταθεί κανείς απέναντί τους είναι η άσκηση ανακοπής κατά της δγης πληρωμής.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Τηλ. 6945-028153, 213-0338950

e-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.">This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it., This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

www.legalaction.gr,fb: Αναστασία Μήλιου

 

 

 

 

 

More Articles ...

e horos logo